ΔΙΑΔΩΣΕ ΤΟ, ποιός περιμένεις να το κάνει αν όχι εσύ;

Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2016

Λύση Κυπριακού; Ποια λύση;

του Λευτέρη Ριζά

«…Δεν υπάρχει πιο λαθεμένη  και πιο επιζήμια ιδέα από την απόσπαση  της εξωτερικής πολιτικής από την εσωτερική. Και ίσα-ίσα τον καιρό του πολέμου το τερατώδικο λάθος  παρόμοιας απόσπασης γίνεται ακόμα πιο τερατώδικο. Ωστόσο η αστική τάξη κάνει τα αδύνατα δυνατά   για να εμπνεύσει και εμπνεύσει αυτή την ιδέα. Η άγνοια από μέρος των μαζών του πληθυσμού της εξωτερικής πολιτικής είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη από την άγνοια στον τομέα της εσωτερικής πολιτικής. Το διπλωματικό μυστικό τηρείται με ευλάβεια και στις πιο ελεύθερες κεφαλαιοκρατικές χώρες, στις πιο δημοκρατικές δημοκρατίες.

         Η εξαπάτηση των μαζών όσον αφορά τις «υποθέσεις» της εξωτερικής πολιτικής έχει οργανωθεί αριστοτεχνικά, και η εξαπάτηση αυτή δυσκολεύει πάρα πολύ την επανάσταση μας. Εκατομμύρια αντίτυπα των αστικών εφημερίδων χύνουν παντού το δηλητήριο της απάτης.»[1]

«Πόσο είναι λυπηρό, που οι λαϊκές μάζες δεν μπορούν να διαβάζουν ούτε τα βιβλία για την ιστορία της διπλωματίας, ούτε τα κύρια άρθρα των καπιταλιστικών εφημερίδων»[2]

       Είναι ακόμα πιο τραγικό όταν οι λαϊκές μάζες δεν ενημερώνονται, δεν απαιτούν την ενημέρωση τους, όχι μόνο για τα θέματα της εξωτερικής πολιτικής αλλά ούτε για τα δικά τους «εθνικά» θέματα. Όπως π.χ. για το Κυπριακό, για το «Σκοπιανό» [Μακεδονικό] κλπ. Αλλά, ακόμα πιο τραγικό όταν
τα αριστερά λεγόμενα κόμματα – αυτά που βρίσκονται στην κυβέρνηση, αυτά που διεκδικούν το ρόλο της αντιπολίτευσης και του ηγέτη του λαϊκού κινήματος, του αυθεντικού αριστερού εκφραστή των λαϊκών πόθων και συμφερόντων – δεν λένε λέξη ακριβώς για αυτά θέματα.       


       Το Κυπριακό αποτελεί κεντρικό θέμα των συναντήσεων του πρωθυπουργού με τους πολιτικούς παράγοντες των ΗΠΑ, του ΟΗΕ,  τον Ερντογάν κλπ, ενώ το ίδιο συμβαίνει και στην Κύπρο. Έχουν πυκνώσει και εντατικοποιηθεί οι συνομιλίες μεταξύ των «δύο κοινοτήτων» με θέμα την επίλυση του Κυπριακού, υπό την «επίβλεψη» του εκπροσώπου του ΟΗΕ κ. Eide που πρόσφατα επισκέφθηκε και   την Αθήνα και είχε συνάντηση με τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Εξωτερικών. Όπως πολύ επιτυχημένα ο Άγγ. Αθανασόπουλος [ΒΗΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 25-9-16] «Πυρετός για το Κυπριακό υπό το βλέμμα των ΗΠΑ».



       Αλήθεια γιατί υπάρχει πυρετός για το Κυπριακό, γιατί ό,τι συμβαίνει γύρω από αυτό βρίσκεται «υπό το βλέμμα των ΗΠΑ»,γιατί τις «νοιάζει» περισσότερο, ίσως, από εμάς – εννοώ τον λαό. Μας ενδιαφέρει και μας αφορά ποια λύση συζητάνε; Πόσοι ενδιαφέρονται για το κυπριακό ζήτημα και την λύση του; Διεκδικούμε ως  λαός/ έθνος, ως «λαϊκό» κίνημα, ως αριστερά, ως ελληνική κυβέρνηση – και μάλιστα για πρώτη φορά της αριστεράς, σε συνεργασία  με ένα δεξιό απόκομμα που θέλει να παρουσιάζεται ως υπερασπιστής του έθνους και των δικαίων του – μια λύση σύμφωνα με το «αξιακό» φορτίο μας ως αριστερά και ως λαός ή μήπως είμαστε πρόθυμοι να ξεχάσουμε αξίες, ιδέες και ιστορία και να δεχτούμε μια λύση «όσο-όσο» απλώς για να συνεχίσουμε την «σκυφτή ζωή μας», και την πορεία μας προς μια ολοκληρωτική υποδούλωση μας; Γιατί κι αυτό μπορεί να επιλέξουμε ή να μας πείσουν να επιλέξουμε, στο όνομα πάντοτε του «ρεαλισμού»: δεν είχαμε άλλες δυνατότητες κλπ, όπως πολύ συχνά ακούμε από όλους: δεξιούς, κεντρώους, αριστερούς, προκειμένου να δικαιολογήσουν την υποταγή τους και το ξεπούλημα του λαού και της χώρας.   


       Μας ενδιαφέρει λοιπόν, μας νοιάζει, μας αφορά το Κυπριακό ή όχι; Λίγο καλύτερα διατυπωμένο: πρέπει να μας νοιάζει το Κυπριακό;   Στην «Κυριακάτικη Καθημερινή» ο κ. Άγγελος Συρίγος [αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο], θέτει το ερώτημα με σχετικό άρθρο του με αυτόν ακριβώς τον τίτλο: «Τι μας νοιάζει το Κυπριακό;»


       Αρχικά προβάλλει κάτι το οποίο είναι γνωστό. Ότι το Κυπριακό είναι «Η πιο βαρετή διεθνής διαφορά στον κόσμο». Με αυτή την αφοριστική διαπίστωση είχε περιγράψει πριν από χρόνια το Κυπριακό η διεθνής επιθεώρηση Jane’s Foreign Report. Και δεν είναι μόνον οι ξένοι. Στα ελληνικά ΜΜΕ επικρατεί η αντίληψη ότι το Κυπριακό δεν «πουλάει» ως θέμα. Είναι επίσης γεγονός ότι κανείς δεν θυμάται μετά 42 χρόνια ποιος γύρος συνομιλιών για την επίλυση του Κυπριακού είναι αυτός ή τι ακριβώς συζητήθηκε με τον προηγούμενο εκπρόσωπο των Τουρκοκυπρίων».




        Θα προσθέταμε πως έχουν καταβληθεί μεγάλες προσπάθειες σε Ελλάδα – Κύπρο, ώστε να υποχωρήσει η αγωνιστική διάθεση των Ελληνοκυπρίων και να υπάρξει μια ψυχική διάσταση μεταξύ Ελληνοκυπρίων-Ελλαδιτών[3]. Ότι η «επίσημη» στάση κυβερνήσεων και κομμάτων – όχι όλων ούτε και πάντοτε – αν δεν είναι ανοιχτά εχθρική προς το Κυπριακό ζήτημα, προσπαθεί πάντοτε να το περάσει στο «παρασκήνιο» της Ιστορίας. Ενώ π.χ. η 17η Νοεμβρίου είναι καθιερωμένη γιορτή για τα σχολεία ιδιαίτερα, με καταθέσεις στεφάνων κλπ και αποδίδεται στην «Εξέγερση του Πολυτεχνείου» η πτώση της Χούντας, για την κυπριακή τραγωδία δεν λέγεται λέξη. Φροντίζουνε να ξεχνάνε – σε αντίθεση με το σύνθημα «Δεν Ξεχνώ» πάνω στις γνωστές αφίσες με την Κύπρο διχοτομημένη και αιμάσσουσα που βλέπαμε σχεδόν παντού – την Κύπρο και ότι η πάνω στην δική της τραγωδία: εισβολή, νεκροί, αγνοούμενοι Ελλαδίτες στρατιώτες της ΕΛΔΥΚ και Κύπριοι, αποκαταστάθηκε η Κοινοβουλευτική Δημοκρατία, αλλά δυστυχώς όχι και η Εθνική μας Ανεξαρτησία.  Ήτανε το 2007 που στην καθιερωμένη εορτή της επετείου αποκατάστασης της Δημοκρατίας, στο προεδρικό μέγαρο [Πρόεδρος τότε ο κ. Κ. Παπούλιας] ο νέος και νεαρός πρόεδρος του ΣΥΝ κ. Αλ. Τσίπρας προσήλθε στην δεξίωση συνοδευόμενος από μια έγχρωμη αλλοδαπή. Σκοπός του να τονίσει το πρόβλημα των μεταναστών. Του διέφυγε – όπως και ολόκληρου του εθνομηδενιστικού πολιτικού χώρου από τον οποίο προέρχεται και που τώρα έχει καταλάβει όλα τα κρίσιμα υπουργεία [Παιδείας, Πολιτισμού, Εξωτερικών] ότι την «αποκατάσταση της Δημοκρατίας» την οφείλαμε στους Κύπριους αδελφούς και την τραγωδία τους. Αν το θυμότανε και το πίστευε, θα φρόντιζε να τον συνοδεύσει μια Κύπρια από τις εγκλωβισμένες ή που το σπίτι της βρισκότανε στα κατεχόμενα. Η ελληνική πολιτεία, θα είχε φροντίσει επίσης, να καθιερώσει  ημέρα μνήμης για την εισβολή/κατοχή της Κύπρου, θα οργάνωνε πορεία/μνήμης και αγώνα για την λευτεριά της Κύπρου και τόσα άλλα. Δηλαδή θα υπενθύμιζε διαρκώς το εθνικό μας πρόβλημα και θα διαπαιδαγωγούσε έτσι και τη νέα γενιά. Δηλαδή ακριβώς όπως κάνουν όλοι οι λαοί που δεν ξεχνάνε, δεν θέλουν να ξεχάσουν. Οι Ισραηλίτες είναι, ίσως το καλύτερο και κοντινότερο παράδειγμα.


Συνδέοντας έτσι την Δημοκρατία, την λαϊκή κυριαρχία με την τύχη της Κύπρου – των ελληνοκύπριων αδελφών που από αιώνες αγωνίστηκαν για το δικαίωμα τους  να ζούνε ελεύθεροι και να αυτό-προσδιορίζονται εθνικά[4], τώρα δεν θα ρώταγε κανένας για το «Τι μας νοιάζει το Κυπριακό;». Όπως επίσης θα μας ενδιέφεραν άμεσα οι λύσεις (;;) που προτείνονται. Κάποτε, στο πολύ πρόσφατο παρελθόν μας, ο λαός και οι φοιτητές μπροστάρηδες, διαδήλωνε κάθε φορά που προτείνονταν λύση που πρόδινε τον αγώνα των κυπρίων αδελφών.


       Το σύστημα: οι ενδιαφερόμενοι ιμπεριαλιστές: αμερικάνοι, άγγλοι, γάλλοι κλπ και οι τα ντόπια στηρίγματα τους: οικονομικά, πολιτικά, «πνευματικά», πρέπει να ομολογήσουμε με βαθειά θλίψη και μεγαλύτερη ανησυχία για το μέλλον μας, κατόρθωσαν σε μεγάλο βαθμό ο ελληνικός λαός και ιδιαίτερα η νεολαία του να μην ενδιαφέρεται για το κυπριακό και την κοινή μας μοίρα, αλλά είτε να αδιαφορεί είτε να περιστρέφεται η σκέψη και «δράση» του γύρω από τα «ατομικά δικαιώματα». Που βέβαια μόνο ως συλλογικά μπορεί να υπάρχουν και να κατοχυρώνονται, ως εθνικά, ως εθνικής-λαϊκής κυριαρχίας. Την γνωστή πλέον αντιπαράθεση «ατομικών-συλλογικών» δικαιωμάτων, την επιβολή του ατομικισμού σε κάθε εκδήλωση της ζωής μας, την συναντάμε παντού κάθε ημέρα.


       Γι αυτό π.χ. το 2004, τότε που το επαίσχυντο σχέδιο Ανάν τέθηκε σε δημοψήφισμα και απορρίφθηκε με ένα βροντερό 76% από τους ελληνοκύπριους, εδώ στην μητέρα-πατρίδα δεν οργανώθηκε από τα δημοκρατικά και κάθε λογής και σοδειάς αριστερά κόμματα και κομματίδια, καμιά μεγάλη συγκέντρωση-διαδήλωση υποστήριξης του ΟΧΙ, υποστήριξης του αγώνα των αδελφών κυπρίων. Και πως άλλωστε; Αφού ΠΑΣΟΚ, ΣΥΝ και διάφορες αριστερές, φούλ «ταξικές και διεθνιστικές» ομάδες τάχθηκαν με το «διεθνιστικό» Ναι στο σχέδιο Ανάν. Και στην συνέχεια έπεσε πολύ κλάμα για την επικράτηση του ΟΧΙ και χύθηκε μπόλικο μελάνι από σπουδαιοφανείς «ανθυ-υπο-διανοούμενους» (για να θυμηθούμε και τον Δ. Γληνό) και «καθηγητάδες» για να μας εξηγήσουν ότι όσοι ψήφισαν ΟΧΙ – κόντρα στις «Ευρωπαϊκές αξίες και αρχές» – απλούστατα  δεν είχαν διαβάσει το πολυσέλιδο σχέδιο [ενώ προφανώς οι του Ναι, πιο «διαβαστεροί» και «μορφωμένοι» το είχαν ξεσκονίσει].


       Να μην ξεχνάμε λοιπόν πώς ανάμεσα σε αυτούς που υποστήριξαν ανοιχτά το σχέδιο Ανάν, ήτανε εκτός του προέδρου τότε Ν. Κωνσταντόπουλου, η κ. Σια Αναγνωστοπούλου, ο «μαρξιστής» κ. Αριστείδης Μπαλτάς, ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ καθηγητής κ. Κ. Δουζίνας, ο Γιάννης Μηλιός,  και όλη η ομάδα γύρω από τον αείμνηστο Γιάννη Μπανιά (που σαν αγωνιστής, κομμουνιστής και με ήθος δεν είχε καμία σχέση με τον περιβάλλοντα χώρο του)[5].   


       Αυτή η αρκετά μεγάλη παρένθεση – και στις παραπομπές – έγινε για να βοηθήσει να καταλάβουμε πως και γιατί έχουμε φτάσει στο σημείο, σήμερα, να μην μας νοιάζει, εμάς πρώτα-από όλους – το Κυπριακό και ο κύριος Αγγ. Συρίγος να το εξετάζει φορώντας το διπλωματικό/ καθηγητικό του μονόκλ. Από το Κυπριακό ζήτημα ουσιαστικά αφαιρείται η πιο καθοριστική και ουσιαστική πλευρά του: ότι δηλαδή είναι πρόβλημα ολοκλήρωσης της απελευθέρωσης του ελληνικού Έθνους, άρα ζήτημα Εθνικής και Λαϊκής κυριαρχίας. Ότι η μη ολοκλήρωση αυτής της απελευθερωτικής διαδικασίας συνδέεται στενότατα με την παρεμπόδιση και της χειραφετητικής κοινωνικής διαδικασίας. Ένας λαός που δεν του επιτρέπεται να ολοκληρώσει – μετά από αγώνες μάλιστα – την εθνική του απελευθέρωση είναι μοιραίο να μην του επιτρέπεται και η κοινωνική του απελευθέρωση. Οι κοινωνικές-πολιτικές και πνευματικές δυνάμεις που δεν ήθελαν και την συνέπεια της εθνικής ολικής απελευθέρωσης, δηλαδή την κοινωνική, συντάχθηκαν, τελικά με τα αντιλαϊκά και αντεθνικά κέντρα και συμφέροντα.


       Έγραφα και εξακολουθώ να το πιστεύω και υποστηρίζω και σήμερα  πώς :


       «Στο πλαίσιο των εθνών διεξάγεται βέβαια η ταξική πάλη, και όπου το προλεταριάτο είναι αναπτυγμένο αριθμητικά και πολιτικά καλείται να βάλει τη σφραγίδα του στην τελική εθνική ενότητα και το χαρακτήρα που αυτή θα πάρει. Άλλωστε, είναι πια γνωστό ότι όχι μόνο η έγερση των εθνικισμών υπακούει σε κοινωνικούς όρους, αλλά και το ιστορικό αίτημα της εθνικής ολοκλήρωσης και της δημιουργίας εθνικού κράτους προϋποθέτει και υποδηλώνει κάποια εθνική ομοφωνία μόνο σ’ ένα πολύ γενικό και αφηρημένο επίπεδο. Πρακτικά και συγκεκριμένα συνεπάγεται άφευκτα διαμάχη και σύγκρουση. Γιατί θέτει αναγκαστικά και πιεστικά το ερώτημα: Με ποια μορφή και με ποια στρατηγική σε τελευταία ανάλυση, από ποιον ιστορικό φορέα θα αναληφθεί (και θα ελεγχθεί) η πραγμάτωση του αιτήματος. Το κρίσιμο αυτό ερώτημα παραπέμπει αυτονόητα σε ταξικούς ανταγωνισμούς, που νομοτελειακά οξύνονται καθώς η πορεία προς την εθνική και κρατική ολοκλήρωση απαιτεί τη συντριβή των κάθε λογής αντιστάσεων «δια πυρός και σιδήρου». Όμοια με κεφαλή Ιανού, η άλλη όψη της εθνικής ολοκλήρωσης είναι μοιραία η εμφύλια σύγκρουση. Γι’ αυτό και αποτελεί κλασικό λάθος να διαχωρίζουμε και να απομονώνουμε τα κοινωνικά ζητήματα από το εθνικό. Ακριβώς από την έκβαση της εμφύλιας αναμέτρησης εξαρτάται η συγκεκριμένη μορφή εθνικής ολοκλήρωσης και προπαντός κράτους που θα προκύψει τελικά και τελεσίδικα.


Όχι μόνο το ελληνικό έθνος-κράτος γεννήθηκε και ολοκληρώθηκε μέσα από εμφύλιους αγώνες και εθνικούς διχασμούς, και φυσικά –να μην το ξεχνάμε– από εξωτερικές επεμβάσεις στο πλευρό των εκάστοτε πρόθυμων γι’ αυτό κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων, αλλά η εθνογένεση όλων των σύγχρονων ευρωπαϊκών κρατών ήταν αποτέλεσμα σκληρών εμφύλιων ή αποσχιστικών αγώνων: Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία κ.λπ., όπως και οι ΗΠΑ.


Η ενότητα και η πάλη των αντιθέτων είναι το κλειδί για να κατανοήσουμε τη σχέση έθνους και ταξικής πάλης. Η αστική λογική δεν είναι διαλεκτική. Έτσι, είτε μόνο ενότητα βλέπει (έθνος) και ξορκίζει την ταξική πάλη, είτε, στην «προοδευτική» εκδοχή της, μόνο αντίθεση (ταξική πάλη). Δεν μπορεί να κατανοήσει, να συλλάβει τη δυναμική «ενότητα και πάλη των αντιθέτων».[6]


       Η αιτία της κακοδαιμονίας στην Ελλάδα και την Κύπρο είναι ακριβώς αυτή: η πλήρης διάσταση μεταξύ εθνικού και κοινωνικού αγώνα[7]. Όποτε ο λαός αυθόρμητα ή και ηγεσία του κινήθηκε προς αυτή την κατεύθυνση, την ενότητα εθνικού και κοινωνικού, τότε υπήρξε επέμβαση μεγάλων και φίλιων προς τις εσωτερικές αντιλαϊκές κοινωνικο-πολιτικές δυνάμεις για την ήττα, την συντριβή, του εθνο-λαϊκού επαναστατικού μπλοκ των κοινωνικών δυνάμεων. Για να το διατυπώσουμε πιο ολοκληρωμένα: όποτε εθνικές ή εθνικιστικές δυνάμεις κινήθηκαν, έστω με καλή την πίστη, για εθνικούς αγώνες, αλυτρωτικού χαρακτήρα, δηλαδή χωρίς να στηριχτούν στον λαό, να κινητοποιήσουν τον λαό και με σκοπούς βαθύτατα απελευθερωτικούς κοινωνικά του λαού, πολύ γρήγορα ηττήθηκαν ή συμβιβάστηκαν με τις αντίπαλες δυνάμεις – κύρια σε αυτή την περίπτωση «ξένες» - με σοβαρές επιπτώσεις και απώλειες σε όλα τα επίπεδα. Όχι μόνο η περίπτωση της Μικρασιατικής καταστροφικής εκστρατείας αλλά και αυτή του εθνικού-ενωτικού αγώνα της Κύπρου, αποτελούν πάρα πολύ καλά παραδείγματα.


       Τι μένει από το Κυπριακό, αν του αφαιρεθεί η ουσία του; Σύμφωνα με τον κ. Άγγ. Συρίγο  «Εμάς ως Ελλάδα μάς ενδιαφέρει πράγματι η Κύπρος; Από τυπικής πλευράς η απάντηση είναι καταφατική. Το Κυπριακό είναι το μοναδικό θέμα που απασχολεί συνεχώς από το 1955 την ελληνική εξωτερική πολιτική. Επιπλέον, η χώρα μας είναι μία από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις της Κυπριακής Δημοκρατίας. Από το σύνολο των υπό διαπραγμάτευση θεμάτων για το Κυπριακό μόνον στο θέμα των εγγυήσεων έχει εκφράσει τη θέση της η ελληνική κυβέρνηση, διότι εκεί διαθέτουμε τη νομική βάση για να έχουμε επισήμως άποψη». Αυτό, το τελευταίο περί εγγυήσεων είναι η τελευταία γραμμή της κυβέρνησης για το Κυπριακό, εφευρημα-πρόταση του υπουργού Εξωτερικών μας, κ. Ν. Κοτζιά, στο οποίο θα επανέλθουμε στην συνέχεια.


       Συνεχίζει ο κ. καθηγητής στο σχετικό άρθρο του:


       «Εκτός, όμως, από το τυπικό μέρος, υπάρχει και το ουσιαστικό: Πρέπει να μας ενδιαφέρει η Κύπρος; Ένας αντίλογος θα έλεγε: «Και τι μας νοιάζει εμάς το Κυπριακό; Κάναμε τα λάθη μας ως Ελλάδα στο παρελθόν αλλά επανορθώσαμε με την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. Η Κύπρος είναι ανεξάρτητο κράτος, διαφορετικό από την Ελλάδα. Τι μας ενδιαφέρει εμάς σήμερα τι λύση θα δοθεί στην Κύπρο;….. Επιστρέφοντας σε μια πιο ορθόδοξη θεώρηση, πρέπει να αναρωτηθούμε για τον ρόλο που επιθυμούμε να έχουμε στην ευρύτερη περιοχή. Ένα κράτος αναβαθμίζεται γεωπολιτικά όταν μπορεί να ασκεί επιρροή πέραν των συνόρων του. Εάν η επιρροή του φθάνει στο σημείο να επηρεάζει τους γεωπολιτικούς συσχετισμούς της περιοχής, καθίσταται επιθυμητός ως σύμμαχος……Η Ελλάδα επιδιώκει αυτόν τον ρόλο (έστω και στην προσπάθειά της να τον χρησιμοποιήσει ως μέσον για να χαλαρώσει τον βρόχο της εφαρμογής των μνημονιακών υποχρεώσεων). Οι επιδόσεις της χώρας μας τα τελευταία χρόνια βρίθουν μιζέριας και αντιμετωπίζονται με απαξία από τη διεθνή κοινότητα.


Μοναδική περίπτωση που μας είδαν διαφορετικά ήταν όταν προσπαθήσαμε να αποκτήσουμε κάποιον περιφερειακό ρόλο σε συνδυασμό με την Κύπρο: Ελλάδα-Κύπρος με Ισραήλ ή/και με Αίγυπτο.Εδώ πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν ότι μόνον η ανεύρεση των πετρελαϊκών κοιτασμάτων στις θαλάσσιες περιοχές του Ισραήλ και της Αιγύπτου καταδεικνύει ότι τα επόμενα 10 χρόνια η περιοχή μας θα αλλάξει ριζικά. Μείζον θέμα θα είναι ο τρόπος μεταφοράς της ενέργειας.


        Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι το Κυπριακό, αν και μοιάζει απομονωμένο από τις διεκδικήσεις της Τουρκίας στο Αιγαίο και στη Θράκη, στην πραγματικότητα είναι άμεσα συνδεδεμένο με αυτές. Η Τουρκία αμφισβήτησε όλο το νομικό καθεστώς του Αιγαίου μόλις το 1974 σε άμεση συνάρτηση με την εισβολή στην Κύπρο. Τα θέματα του Αιγαίου ετέθησαν ως αντίβαρο στις εξελίξεις στο νησί. Μπορεί αργότερα να απέκτησαν αυτονομία, αλλά στη βάση τους εξακολουθούν να συνδέονται άρρηκτα με το Κυπριακό. Θα είναι αδύνατον να υπάρξει οριστική διευθέτηση των ελληνοτουρκικών προβλημάτων χωρίς λύση και του Κυπριακού.


       Το «βαρετό» Κυπριακό εμφανίζεται να μπαίνει σε μια φάση ταχύτατων διαδικασιών με σκοπό την εξεύρεση λύσεως. Το θέμα αφορά πρωτίστως τα άμεσα θύματα της τουρκικής πολιτικής: τους Έλληνες της Κύπρου.


       Ενδιαφέρει, όμως, κατά μείζονα βαθμό και την Ελλάδα. Η ηγεσία της Κύπρου διαχειρίζεται ένα θέμα που ξεπερνά τα όρια του νησιού και συνδέεται με όλο τον ελληνισμό.


       Η ειρήνη στο Αιγαίο περνάει από την ειρήνη στην Κύπρο. Αντιστοίχως, μια κακή λύση στην Κύπρο θα έχει άμεσες συνέπειες στο Αιγαίο και στη Θράκη. Ίσως να μην επιτρέπεται να την εκφράσουμε δημοσίως, αλλά καλούμαστε να έχουμε ισχυρή άποψη για την εκκολαπτόμενη πρόταση λύσεως του Κυπριακού που πρέπει να συζητήσουμε ευθέως με την ηγεσία του νησιού».


       Παρέθεσα μεγάλο τμήμα του άρθρου γιατί πολύ καλά συμπυκνώνει την πολιτική της κυβέρνησης στο Κυπριακό. Γνωρίζουμε ήδη τις συμφωνίες που έχει υπογράψει με Αίγυπτο και Ισραήλ για «την προώθηση της ασφάλειας και της σταθερότητας στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου». Στην πρόσφατη συνάντηση των υπουργών εξωτερικών τους [Νέα Υόρκη 23-9-16], επιβεβαίωσαν την «κοινή δέσμευση των τριών κρατών για την ανάπτυξη των τριμερών τους σχέσεων και για την προώθηση της ασφάλειας και της σταθερότητας στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου….. Συμφώνησαν να ενδυναμώσουν την οικονομική συνεργασία μεταξύ των τριών κρατών κατά το πρότυπο των ήδη υφιστάμενων εξαιρετικών πολιτικών σχέσεων.


       Συζήτησαν μια σειρά περιφερειακών κρίσεων κοινού ενδιαφέροντος, όπως η ισραηλινο-παλαιστινιακή διένεξη, καθώς και η επικρατούσα κατάσταση στη Λιβύη, τη Συρία και την Υεμένη. Επαναβεβαίωσαν τη σημασία της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών, προκειμένου να υπάρξει ανταπόκριση στις προσδοκίες των λαών της περιοχής. Επανέλαβαν ότι καταδικάζουν απερίφραστα την τρομοκρατία, σε όλες τις μορφές και εκδηλώσεις της και συμφώνησαν να εντατικοποιήσουν την κοινή τους συνεργασία με σκοπό την εξάλειψη αυτής της απειλής, η οποία δύναται να επιφέρει περιφερειακές και παγκόσμιες επιπτώσεις.


       Χαιρέτισαν, επίσης, την πρόσφατη διεξαγωγή της Συνόδου της Ρόδου για την Ασφάλεια και τη Σταθερότητα ως φόρουμ για την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των χωρών της περιοχής


       Οι Υπουργοί επαναβεβαίωσαν την ακλόνητη υποστήριξή τους στις εξελισσόμενες διαπραγματεύσεις για την εξεύρεση λύσης στο Κυπριακό. Η λύση πρέπει να ανταποκρίνεται στις ανησυχίες και τις προσδοκίες των ίδιων των Κυπρίων, χωρίς διευθετήσεις ασφαλείας που να παρέχουν δικαίωμα ξένης στρατιωτικής επέμβασης.»


       Μπορεί όλες αυτές οι συμφωνίες να φαντάζουν «θεάρεστες». Κι έτσι θα ήταν αν δεν πάρουμε υπόψη μας ότι σε αυτή την διπλωματική γλώσσα διατυπώνονται οι επιδιώξεις του ιμπεριαλισμού και ειδικότερα το τι επιθυμούν και πώς να γίνει, οι ΗΠΑ στην περιοχή. Θέλουν μια ειρήνη στα μέτρα των συμφερόντων τους που, δυστυχώς για άλλη μια φορά, δεν συμπίπτουν με αυτά των λαών της περιοχής. Δεν είναι τυχαίο ότι από ελληνικής πλευράς δεν ζητήθηκε να καταδικαστεί η Τουρκική εισβολή/ κατοχή και η ανακήρυξη του παράνομου  ψευτο-τουρκοκυπριακού κράτους, όπως είχαν κάνει τα πρώτα ψηφίσματα και αποφάσεις του ΟΗΕ.


       Ιδιαίτερη έγνοια έχουν και για την επίλυση του Κυπριακού. Δεν θέλουν να ασχολούνται με «βαρετά» ζητήματα, όπως η Ελληνοτουρκική διένεξη για το Κυπριακό. Ζητήματα εθνικών δικαίων, εφαρμογής αποφάσεων του ΟΗΕ κλπ που στεναχωρούν ιδίως την Τουρκία, πρέπει να παραμεριστούν. Υπάρχουν άνθρωποι γι αυτό στην Κύπρο – ο γνωστός Ανανιστής κ. Ν. Αναστασιάδης, διάδοχος του «διεθνιστή» κ. Χριστόφια και του ΑΚΕΛ – και τώρα πια στην Ελλάδα οι εντελώς «εθνομηδενιστές» και φανατικοί «ευρωπαϊστές» - στο βάθος νέο-ατλαντιστές – του ΣΥΡΙΖΑ. Που ως «αριστεροί» θεωρούνται πιο ικανοί να ελέγξουν πιθανές λαϊκές αντιδράσεις – άλλωστε η ευκολία με την οποία έχουν περάσει από την Βουλή όλα τα σκληρά μέτρα του τρίτου μνημονίου, χωρίς δηλαδή μεγάλες διαδηλώσεις, απεργίες και φωτιές στην Αθήνα, ο σχεδόν μαγικός τρόπος μετατροπής του πλειοψηφίσαντος ΟΧΙ σε ΝΑΙ – και που παρά τις θεατρικές αντιπαραθέσεις με την «αντιπολίτευση», έχουν συμπήξει ουσιαστικά ένα ισχυρό φιλο-ευρωπαϊκό, φιλο-δυτικό [υπό την εποπτεία των ΗΠΑ] πολιτικό μέτωπο, που μέχρι στιγμής δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα από ένα αντίθετο του κοινωνικο-πολιτικό μέτωπο. Υπάρχουν βέβαια διαφορές – αναγκαίες άλλωστε για να περνάει κάπως απαρατήρητο το «ενιαίο» μέτωπο – όπως αυτές για τα «κανάλια», την παιδεία κλπ, που όμως δεν θίγουν την ουσία των μεγάλων συγκλίσεων τους.


       Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι  πρόσφατα επίσης επισκέφθηκε την Αθήνα ο γνωστός στους αναγνώστες του ΟΙΣΤΡΟΥ[8] κ. Eide, ειδικός σύμβουλος του Γ.Γ. του ΟΗΕ για την Κύπρο,   ο οποίος συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό (13/9) και τον υπουργό Εξωτερικών κ. Ν. Κοτζιά στη Νέα Υόρκη (20/9). Τον πρωθυπουργό ενημέρωσε «για την εξέλιξη των διακοινοτικών συνομιλιών που διεξάγονται με τη συνδρομή των Καλών Υπηρεσιών του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών» και ο κ. Τσίπρας του «υπογράμμισε τη στήριξη της Ελλάδας στις συνομιλίες με στόχο μια δίκαιη, βιώσιμη και ολοκληρωμένη λύση του Κυπριακού, χωρίς στρατεύματα κατοχής και το αναχρονιστικό σύστημα εγγυήσεων, στη βάση των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και της ιδιότητας της Κύπρου ως κράτους-μέλους της ΕΕ».


       Τι σημαίνει «δίκαιη, βιώσιμη και ολοκληρωμένη λύση του Κυπριακού», το έχουμε εξηγήσει πολλές φορές: σημαίνει ουσιαστικά λύση στην βάση της αποδοχής των τετελεσμένων – αυτό που αποδέχτηκε και ο Μακάριος όταν συμφώνησε με τον Ντενκτάς την διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία και αναγνώρισε την τουρκοκυπριακή μειοψηφία ως ίση με την ελληνική συντριπτική πλειοψηφία – όταν δηλαδή ανέτρεψαν τα γνωστά μαθηματικά και το περίπου 18% εξισώθηκε πολιτικά με το 82%. Όταν δηλαδή έγινε δεκτό ότι υπάρχουν στην Κύπρο δύο ίσες πολιτικά κοινότητες. Τέρμα δηλαδή πλειοψηφίες και μειοψηφίες!! Τέλος το κυπριακό ως πρόβλημα εθνικοαπελευθερωτικό. Γι αυτό και «αναχρονιστικό» το  «σύστημα εγγυήσεων». Η Ελλάδα πια ούτε μητέρα-πατρίδα, αλλά ούτε και μητριά. Τα ίδια ακριβώς επανέλαβε και ο ΥΠΕΞ μετά την συνάντηση του με τον Eideστη Ν. Υόρκη. Ο Ειδικός Σύμβουλος, παραχώρησε συνέντευξη στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» (18/9). Εκεί δήλωσε ότι είναι αισιόδοξος για λύση του κυπριακού γιατί είναι αισιόδοξοι και οι κ.κ. Αναστασιάδης και Ακιντζί.


            «Η λύση δεν είναι δίπλα στη γωνία, εξακολουθούν να υφίστανται πραγματικά προβλήματα σε ό,τι αφορά τόσο την επίτευξη μιας συμφωνίας όσο και την υλοποίησή της, εάν φθάσουμε σε αυτό το στάδιο. Απλώς δεν βλέπουμε πλέον ότι πρόκειται για ένα ζήτημα που είναι αδύνατο να λυθεί. Δεν σημαίνει ότι όλοι συμφωνούν για την προεδρία ή το εδαφικό κ.λπ., αλλά έχουμε δει ότι υπάρχουν περιθώρια να ξεπερασθούν οι διαφορές. Υπό αυτή την έννοια πιστεύω ότι ναι, μπορεί να υπάρξει συμφωνία που θα γεφυρώνει διαφορές» συνέχισε ο Σύμβουλος. Αλήθεια πως μπορεί να γεφυρωθεί η «διαφορά» με την απαίτηση των Τούρκων – μπορεί ο κ, Αναστασιάδης να συνομιλεί τώρα με τον κ. Ακιντζί, αλλά ο τελευταίος τόχει πει καθαρά πώς τίποτα δεν μπορεί να συμφωνηθεί αν δεν πει το ναι η Τουρκία – για εκ περιτροπής προεδρία;


       Στην ερώτηση αν ηεκ περιτροπής προεδρία μπορεί να γίνει εύκολα αποδεκτή, ο κ. Eideαποκάλυψε ότι:


«Το παράδοξο είναι ότι εδώ και πολύ καιρό υπάρχει μια συμφωνία επί της αρχής, αλλά η μετατροπή της συμφωνίας σε πράξη είναι ένα έργο το οποίο, ας πούμε, βρίσκεται σε εξέλιξη. Όλοι γνωρίζουν ότι η προεδρία είναι ένα ζήτημα. Αλλά θα βρούμε λύση. Δεν θα είναι αυτό το εμπόδιο που θα μπλοκάρει τη συμφωνία. Αν και είναι, φυσικά, μεγάλο θέμα. Όμως, να ξέρετε ότι στο υπόλοιπο φάσμα της διακυβέρνησης, όπως είναι η Δικαιοσύνη, τα νομοθετικά σώματα κ.λπ., υπάρχουν τεράστιες συγκλίσεις και συμφωνίες. Αλλά, ναι, εκκρεμεί ένα θέμα μείζονος σημασίας». Για όποιον παρακολουθεί το κυπριακό κι έχει επαφή με το νησί, καταλαβαίνει ότι ο Ανανικός πρόεδρος της Κύπρου δεν έχει σοβαρές αντιρρήσεις στο ζήτημα αυτό. Αν μπορούσε θα συμφωνούσε αμέσως και θα υπέγραφε. Αλλά οι δυσκολίες εμφανίζονται από την στιγμή που γι αυτό θα πρέπει να συμφωνήσει και ο λαός!!!


       Μια άλλη εξίσου κρίσιμη ερώτηση ήταν για την  στάση του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα κατά την πρόσφατη συνάντησή τους στην Αθήνα. Εδώ υπήρξε πολύ προσεκτικός: « Υπάρχει μια γενική αναγνώριση, με τη θετική έννοια, ότι κάτι γίνεται….. Όλες οι εγγυήτριες δυνάμεις θα πρέπει να εμπλακούν. Έτσι συζητήσαμε σε πολύ θετικό και εποικοδομητικό κλίμα ιδέες που μπορούν να συμβάλουν καθώς προχωράμε, και τους ενθάρρυνα να υπάρξει συζήτηση μεταξύ των εγγυητριών δυνάμεων, όχι επίσημα σε κάποια σύνοδο, αλλά απλά να μιλούν μεταξύ τους για το συγκεκριμένο θέμα». Το σημαντικό ότι «ενθάρρυνε» να υπάρξει συζήτηση μεταξύ των εγγυητριών δυνάμεων – αυτό που η ελληνική πλευρά θέλει να σταματήσει να είναι. Αλλά ακριβώς εδώ είναι το πιο δύσκολο σημείο στην αποστολή της κυβέρνησης: ο κίνδυνος πια να χαρακτηριστεί εκτός από μνημονιακή και εθνοπροδοτική. Δηλαδή να μην αφήσει πεντάρα τσακιστή από το «ηθικό» κεφάλαιο της αριστεράς. Τότε όμως θα τελειώσει και η χρησιμότητα της για το «σύστημα». Αυτό σημαίνει: στυμμένη λεμονόκουπα, άρα σκουπιδοτενεκές.


  Ο δημοσιογράφος (Αθ. Έλλις) επιμένει για το μέλλον των εγγυήσεων, τις οποίες  «Η ελληνική πλευρά τις θεωρεί αναχρονιστικές». Ο Ειδικός Σύμβουλος εδώ κομπιάζει. Καταλαβαίνει – το ξέρει – ότι εδώ τα πράγματα, η λύση δυσκολεύει:


            «Ναι, είναι αναχρονιστικές, αλλά είναι εκεί. Έτσι, ο στόχος που όλοι μοιράζονται είναι να δημιουργηθεί μια αίσθηση ασφάλειας και για τις δύο κοινότητες και όχι η ασφάλειας της μιας να διασφαλίζεται εις βάρος της άλλης. Χρειάζεται κοινή ασφάλεια και αυτός είναι ο μακροπρόθεσμος στόχος και των δύο ηγετών. Αλλά δεν μπορείς να φθάσεις εκεί από τη μια μέρα στην άλλη. Υπάρχουν υπαρξιακοί φόβοι και ανησυχίες στην κουλτούρα της κάθε κοινότητας. Οι Ελληνοκύπριοι είναι κατανοητό να θυμούνται την εισβολή, κατοχή και παρουσία των τουρκικών δυνάμεων, αυτή είναι η κύρια ανησυχία τους, ενώ για τους Τουρκοκύπριους η κύρια ανησυχία είναι η κακή εμπειρία της δεκαετίας του ’60, η αίσθηση ότι περιθωριοποιήθηκαν και η θέση τους έγινε πολύ δύσκολη. Έχουν, λοιπόν, κακές μνήμες, αλλά από διαφορετική οπτική της ιστορίας. Καλείσαι, λοιπόν, να πάρεις δύο κοινότητες που αισθάνονται έτσι και να τις πας σε ένα μέλλον όπου θα αισθάνονται διαφορετικά. Αυτό δεν μπορεί να γίνει από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά μπορεί να γίνει. Έχει συμβεί σε πολλά άλλα μέρη του κόσμου. Ο στόχος είναι να γίνει η Κύπρος μια κανονική –ανεξάρτητη, κυρίαρχη, ομοσπονδιακή, ενωμένη– χώρα της Ευρώπης. Αλλά για να φθάσεις εκεί, τους χρειάζεσαι όλους».


       Ουσιαστικά εκθέτει τον βιαστικό υπουργό εξωτερικών μας που νομίζει πως μπορεί να λύσει, να διαγράψει εύκολα, τέτοια χοντρά προβλήματα. Ο στόχος παραμένει .για το «σύστημα», η Κύπρος να γίνει μια «κανονική, κλπ» χώρα της Ευρώπης. Αν η Κύπρος αποτελείτο από δύο κοινότητες, δύο φυλές, μόνες τους – ανάδελφες – θα είχε λυθεί το ζήτημα χρόνια τώρα. Αλλά δεν είναι έτσι. Οι δύο κοινότητες – η μία κοινότητα, που ανήκε στον καταπιεστή, έχει δεσμούς και υπηρετεί την «μητέρα-πατρίδα», την Τουρκία. Η αρχαιότερη κοινότητα και συντριπτικά πλειοψηφική, η Ελληνική, η υποτελής και καταπιεσμένη από τους κυρίαρχους – Οθωμανούς και κατόπιν Άγγλους – πάντοτε ζητούσε την απελευθέρωση της και την ένωση της με τους αδελφούς ομοεθνείς της. Η διαφορά είναι μεγάλη και μάλλον δύσκολα γεφυρώνεται. Ένας λαός, όπως οι Ελληνοκύπριοι, που ζει χιλιάδες χρόνια στο νησί και που έχει δώσει σκληρούς και αιματηρούς αγώνες  γι αυτά, δεν είναι εύκολο να σκύψει εύκολα το κεφάλι. Το ίδιο και ο λαός στην Ελλάδα. Όσο και αν εκβιάζεται, όση «πλύση εγκέφαλου» να του κάνουν, πάντοτε έχει ένα όριο στην υπομονή του και τις υποχωρήσεις του. Κι αυτό τελικά δεν διαφεύγει – όσο και να το προσπαθούν – από κανέναν Ειδικό Σύμβουλο πράκτορα του διεθνούς ιμπεριαλισμού.


       Γι αυτό και οι απαντήσεις του στις άλλες ερωτήσεις: στο κατά «πόσο έτοιμη είναι η Τουρκία να συμβάλει στην επίτευξη λύσης» ή αν «Το σημείο στο οποίο βρισκόμαστε δικαιολογεί τη διεξαγωγή πολυμερούς διάσκεψης;» και  «πότε θα μπορούσε να συγκληθεί αυτή» είναι προσεκτικά απαισιόδοξες.


            «Αυτοί που δεν επιθυμούν αλλαγή των εγγυήσεων δεν χρειάζονται και δεν θέλουν μια τέτοια συνάντηση. Αυτοί που θέλουν να αλλάξουν οι συμφωνίες είναι αυτοί που πρέπει να θέλουν μια τέτοια συνάντηση, διότι για να αλλάξουν ισχύουσες διεθνείς συμφωνίες, πρέπει να υπάρξουν οι ανάλογες διεθνείς συναντήσεις. Άρα, δεν μπορεί κανείς να παίρνει αποστάσεις από την ιδέα μιας τέτοιας διεθνούς συνάντησης και το συζήτησα αυτό με την ελληνική ηγεσία στην Αθήνα».


       Ποιοι είναι αυτοί που δεν επιθυμούν αλλαγή των εγγυήσεων; Μάλλον αυτοί που ακριβώς χάρη σε αυτές έχουν καταλάβει τη Β. Κύπρο. Και οι Βρετανοί δεν περνάνε άσχημα. Ποιος θέλει να ξεφορτωθεί τις εγγυήσεις που ποτέ του δεν εξασφάλισε στους ελληνοκύπριους αδελφούς; Αυτοί που τρέμουν την εφαρμογή των καθηκόντων τους ως εγγυήτρια δύναμη. Που το σαχλό «το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του» τους εκφράζει ως διεθνιστικό ιδανικό ή που συνιστούν «Η ευθύνη των αποφάσεων στη δύσκολη διαπραγμάτευση δεν είναι δική μας. Η Κύπρος διαθέτει δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση και ισχυρή Αριστερά.Δική μας ευθύνη είναι να χαμηλώσουμε τους τόνους, να απαρνηθούμε τις εθνικιστικές ή αντιιμπεριαλιστικές κορόνες που ρίχνουμε ανέξοδα στις πλάτες άλλων και να κρατήσουμε ως γνώμονα τις θέσεις της κυπριακής Αριστεράς. Ας την εμπιστευθούμε, ας συμπαρασταθούμε ανεπιφύλακτα και ενεργά στους Κύπριους αριστερούς και ας αφήσουμε τους Κυπρίους να αποφασίσουν απερίσπαστοι για το μέλλον τους.»[9]   


       Είναι με άλλα λόγια αυτοί που δεν έχουν καμία επαφή και σχέση με την ιστορία, τους πόθους και τους αγώνες του Ελληνικού λαού, που πάντοτε φάνηκαν πρόθυμοι να συμβιβαστούν για το δικό τους συμφέρον, αδιαφορώντας και θυσιάζοντας τα συμφέροντα του λαού και άρα του έθνους αυτού του λαού. Είναι γνωστοί όλοι αυτοί και σαν τάξη, και σαν πολιτικοί φορείς και σαν άτομα και τώρα πια και σαν ευτελισμένη, υποταγμένη «αριστερά».


       Όπως φαίνεται –και όπως αφήνει ο Eideνα καταλάβουμε πάλι η αδιαλλαξία των Τούρκων σωβινιστών μπορεί να μας «σώσει» από τους δικούς μας νενέκους.  





[1] Λένιν: Άπαντα τ. 25ος , σελ. 77, ελληνική μετάφραση από την 4η  ρωσική έκδοση  


[2] Λένιν: Άπαντα τ. 24, σελ. 373 – από την 4η έκδοση των Απάντων της Ρωσικής έκδοσης


[3] Λ Ριζάς «Κυπριακό: το ιστορικό υπόβαθρο των τελευταίων εξελίξεων» , παραπομπή 12: «Σχετικά με τον καταναλωτισμό στην Κύπρο και τις επιπτώσεις του στην αγωνιστική διάθεση των ΕΚυπρίων, καθώς και με την ψυχική διάσταση, για ίδιους λόγους, μεταξύ Ελληνοκυπρίων-Ελλαδιτών, βλ. Ιακ. Κουμής «Σελίδες ημερολογίου» περ.»Τετράδια» τ. 5/82 σελ.85, εφ. ΤΑ ΝΕΑ (Λευκωσίας) 14/6/84, Β. Λυσσαρίδης «Τι πρέπει να γίνει» («Εξόρμηση», 20/7/84, Γ. Βότσης «Κύπρος μια ματιά χωρίς διπλωματικό…μονόκλ»(Ελευθεροτυπία 29/7/84, Λ. Μαύρος «Κουεγιερικές βολιδοσκοπήσεις και εκκενώσεις παχέως εντέρου» Κήρυκας (Κύπρου), 2/9/84, Κ. Σερέζη «Σκέψεις για το επίπεδο των σχέσεων μεταξύ ελληνικού και κυπριακού λαού» «Φιλελεύθερος» 28/8/84.-ΜΗΝΙΑΙΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ [MonthlyReview], τ. 45, Νοέμβρης 1984


[4] βλ. σειρά άρθρων μας «Η Κύπρος και πάλι στο επίκεντρο» εδώ στον ΟΙΣΤΡΟ το 2013 


[5] Δεν ήταν λίγοι, από αυτούς που τελευταία αποστασιοποιήθηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ και με κάθε ευκαιρία τον καταγγέλλουν, που δεν τολμήσανε ποτέ τους να διεξάγουν ανοιχτά ιδεολογικό-πολιτικό αγώνα όντας μέλη του, απέναντι σε αυτή την εθνομηδενιστική πέμπτη φάλαγγα που συστηματικά δρούσε μέσα στα «σπλάχνα» του


και που τελικά ανέλαβε τα ηνία της εξουσίας μόλις έγινε κυβέρνηση. Όταν π.χ. στο άρθρο μου «Προβλήματα του αντι-μνημονιακού μετώπου και η Αριστερά»[ΔΡΟΜΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ , 15 Ιούνιος 2012 19:37  τ. 120] εισέβαλαν μαζικά στελέχη του σημιτικού ΠΑΣΟΚ και τέλειωνα έτσι «Άλλοι πάλι ως πρόεδροι του καθαρά Σημιτικού ΟΠΕΚ (εννοώντας τον καθ. Αντώνη Λιάκο, στενό συνεργάτη τώρα στο Υπουργείο Παιδείας κι εμπνευστή των μεταρρυθμίσεων- πρόεδρος της Επιτροπής «Διαλόγου») . Ως παραγωγοί μιας εθνομηδενιστικής ιδεολογίας που προωθούσε ακριβώς τα συμφέροντα των κυρίαρχων κύκλων της Ε.Ε. και του ιμπεριαλισμού γενικότερα. Άλλοι ή μάλλον όλοι μαζί -που τώρα βρίσκονται και μοιρασμένοι μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ, ΔΗΜΑΡ και υπηρεσιακή κυβέρνηση- στο πλευρό του Γ. Παπανδρέου στην κοινή προσπάθεια να ψηφιστεί το επαίσχυντο σχέδιο Ανάν. Ένα σχέδιο που η συντριπτική πλειοψηφία του κυπριακού λαού απέρριψε. Και δεν αισθάνθηκαν ποτέ την υποχρέωση να ζητήσουν συγγνώμη ή να μας εξηγήσουν γιατί το υποστήριξαν. Η πιο πρόχειρη απάντησή τους ήταν πως επρόκειτο για ένα «ευρωπαϊκό σχέδιο», για μια «ευρωπαϊκή λύση». Όπως ακριβώς και το Μνημόνιο σήμερα. Ίσως το πιο ανησυχητικό είναι πως ακριβώς οι κορυφαίοι αυτού του «χορού» γίνεται συνειδητή και επίμονη προσπάθεια να απολυμανθούν και να επανέλθουν όχι μόνο στους κόλπους της Αριστεράς αλλά και της αυριανής κυβέρνησης της. Γι’ αυτό χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή» και τελείωνα με έναν κατάλογο αυτών που είχαν υπογράψει υπέρ του σχεδίου Ανάν και οι είχαν προσχωρήσει στον ΣΥΡΙΖΑ, η διεύθυνση του ΔΡΟΜΟΥ, με μεσολάβηση του Λουκά Αξελού, μου ζήτησαν να αφαιρεθούν τα ονόματα, αλλιώς το άρθρο, με το οποίο συμφωνούσαν, δεν θα έμπαινε. Τότε, κακώς, κάκιστα, συμφώνησα, προκειμένου να δημοσιευτεί έστω η προειδοποίηση. Παρόλο ότι αυτά τα ονόματα / πρόσωπα συγκροτούσαν μια ομάδα εχθρών του λαού και του έθνους. Όταν λίγο αργότερα σε δημόσια εκδήλωση για το Κυπριακό, στην οποία συμμετείχε και ο διπλωματικός σύμβουλος, τότε, του Αλ. Τσίπρα κ. Γ. Αϋφαντής , έγινε αναφορά στην ύπαρξη «Πέμπτης Φάλαγγας» στον Σύριζα, ο μεν σύμβουλος απεχώρησε οι δε «οπαδοί» και κλακαδόροι του εμφάνισαν εικόνα φανατικών ποδοσφαιρικής ομάδας. Γι αυτά έγραψα τότε στον ΟΙΣΤΡΟ: «Ποια τελικά είναι θέση του ΣΥΡΙΖΑ για τη λύση του Κυπριακού;»:


http://www.istrilatis.blogspot.gr/#!http://istrilatis.blogspot.com/2014/03/2032014.htm και «Ο ΣΥΡΙΖΑ, ο πρέσβης και το Κυπριακό»


http://www.istrilatis.blogspot.gr/#!http://istrilatis.blogspot.com/2014/03/21314.html 21 και 26 Μαρτίου 2014. [να θυμίσουμε το σχετικό άρθρο του Κύπριου Κυριάκου Μελέτη, στον ΟΙΣΤΡΟ, «Ο πεμτοφαλαγγιτισμός ως αποτέλεσμα διαστρέβλωσης της πολιτικής ιστορίας της Κύπρου»http://istrilatis.blogspot.gr/2014/04/20.html ].  Υπάρχει και άλλη μια σειρά άρθρων εκείνη την χρονιά για τις βαθύτατα ανθελληνικές, αντικυπριακές, αντιλαϊκές και ευθυγραμμισμένες με τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστικών κύκλων θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για το Κυπριακό. Οι σημερινοί «κοπτόμενοι» για το έθνος και τις ιστορικές αγωνιστικές μνήμες του λαού μας, τότε απλώς «ποιούσαν την νήσσα» και δεν άνοιξαν κανένα μέτωπο αντιπαράθεσης με όλη αυτή την γραμμή και τους εκφραστές της. Χωρίς ιστορική μνήμη και σοβαρή αυτοκριτική, έστω και τώρα  των ιδίων, βήμα δεν μπορεί να γίνει μπροστά.


  [6] «Το εθνικό ζήτημα, η Αριστερά και η Δεξιά σήμερα» MONTHLYREVIEW [Μηνιαία Επιθεώρηση] Τεύχος Νο 15 (80) Μάρτιος 2006,


[7] βλ. Λ. Ριζάς «Κυπριακή τραγωδία: η διάσταση ανάμεσα στον κοινωνικό αγώνα και στον εθνικό αγώνα», ΜΗΝΙΑΙΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ (MonthlyReview) τ. 47, Ιούνιος 1983.


[9]βλ. Αριστείδης Μπαλτάς «Για το Κυπριακό ξανά» ΑΥΓΗ 2/3/2014


το είδα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΔΙΑΔΩΣΕ ΤΟ, ΜΗΝ ΜΕΝΕΙΣ ΘΕΑΤΗΣ, ΓΙΝΕ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΛΥΣΗΣ