Σελίδες

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2021

Kρατικές υπηρεσίες λειτουργούν ως παραρτήματα των φαρμακευτικών εταιρειών.

 Τον Δεκέμβριο του 2020 το κράτος των ΗΠΑ έδωσε “άδεια (χρήσης) έκτακτης ανάγκης” στο εμβόλιο των Pfizer-BioNTech. Πριν εξετάσουμε τις διαδικασίες με τις οποίες δόθηκε η ειδική αυτή άδεια, ας δούμε πως λειτουργεί στη χώρα αυτή το κύκλωμα της διαπλοκής μεταξύ κρατικών υπηρεσιών και φαρμακευτικών εταιρειών.


Το περίγραμμα των σχέσεων διαπλοκής κράτους και φαρμακοβιομηχανίας

Ο ανώτερος κρατικός φορέας για την Υγεία στις ΗΠΑ είναι το Υπουργείο Υγείας (Department of Health and Human Services, HHS). Σε αυτό υπάγονται διάφορες υπηρεσίες. Αυτές που θα συναντήσουμε σε αυτό το άρθρο είναι τα

Εθνικά Ινστιτούτο Υγείας (National Health Institute, ΝΙΗ), τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) και κυρίως ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA), η ελεγκτική και ρυθμιστική Αρχή του Υπουργείου Υγείας. Είναι η 

αρμόδια κρατική υπηρεσία που εγκρίνει τα προϊόντα της φαρμακοβιομηχανίας.  Μετά την έγκριση ενός τέτοιου προϊόντος, π.χ. των εμβολίων, από τον FDA, η υπηρεσία που τα εντάσσει στα προγράμματα εμβολιασμού και που ασχολείται με την προώθηση τους στην αγορά είναι τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC).

Ο δημοσιογράφος Jeremy R. Hammond, στο φυλλάδιο με τίτλο 

«5 τρομακτικά γεγονότα σχετικά με τη διαδικασία έγκρισης εμβολίων του FDA» 

εξηγεί με συνοπτικό τρόπο πώς λειτουργεί το κύκλωμα της διαπλοκής κράτους-φαρμακοβιομηχανίας στις ΗΠΑ: 

“Υπάρχει η αντίληψη ότι υπηρεσίες όπως ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA), τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) και τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας (ΝΙΗ) υπάρχουν για να υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και για να λειτουργούν ως  υπηρεσίες επίβλεψης με σκοπό τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας

Ωστόσο, αυτή η αντίληψη είναι λανθασμένη. Δεν ισχύει τόσο το ότι η κυβέρνηση επιβλέπει τη βιομηχανία παραγωγής εμβολίων, όσο το ότι η κυβέρνηση είναι η βιομηχανία παραγωγής εμβολίων. Δεν υπάρχει μία σαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ της φαρμακοβιομηχανίας και της κυβέρνησης. 

Οι κυβερνητικές υπηρεσίες λειτουργούν με αποτελεσματικό τρόπο σαν μία προέκταση των φαρμακευτικών εταιρειών. Το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας (ΝΙΗ) ενεργεί σαν να ήταν ένα από τα τμήματα έρευνας και ανάπτυξης αυτών των εταιρειών

Ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) εμπλέκεται στο marketing. Και τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) ασχολούνται ταυτόχρονα με τη διανομή και την προώθηση των εμβολίων. Καθώς είναι ανίκανη να πείσει το κοινό για την αξία που έχουν τα εμβόλια της, η φαρμακοβιομηχανία (Big Pharma) καταφεύγει στον εξαναγκασμό της κυβέρνησης για να αποκομίσει κέρδη, για παράδειγμα, μέσω της νομοθεσίας που καθιστά υποχρεωτικό τον εμβολιασμό των παιδιών για να μπορέσουν να φοιτήσουν στα δημόσια σχολεία”.

Το κέρδος της φαρμακοβιομηχανίας προέρχεται από την παραγωγή και πώληση συνθετικών φαρμακευτικών και παραφαρμακευτικών προϊόντων. Αυτά θεωρούνται ανακαλύψεις από τη νομοθεσία, οπότε οι φαρμακευτικές εταιρείες έχουν τα αποκλειστικά δικαιώματα χρήσης τους. Επομένως, κατοχυρώνοντας τα αποκλειστικά αυτά δικαιώματα, οι φαρμακευτικές εταιρείες θησαυρίζουν από τις πωλήσεις τους. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η φαρμακοβιομηχανία δεν έχει ως προτεραιότητα της την παραγωγή και πώληση φυσικών προϊόντων για θεραπευτικούς σκοπούς. Αυτά δεν θεωρούνται ανακαλύψεις και επομένως δεν μπορούν να πατενταριστούν· ανήκουν (ακόμα…) στη μητέρα-φύση.

Το μεγαλύτερο και ευκολότερο κέρδος οι εταιρείες αυτές το αποκομίζουν από την πώληση εμβολίων. ( γιατί σε αυτά έχουν νομική ασυλία και το λράτος τα προωθεί υποχρεωτικά)

Σε αυτήν εμπλέκονται άμεσα οι κρατικοί φορείς, οι οποίοι διευκολύνουν το έργο των φαρμακευτικών εταιρειών, εξασφαλίζοντας τους μαζικές πωλήσεις, με τους υποχρεωτικούς εμβολιασμούς (στα σχολεία, στον στρατό, κλπ) και τους εθελοντικά υποχρεωτικούς εμβολιασμούς, όπως αυτούς στη συνθήκη που ζούμε σήμερα.

Ο Hammond χρησιμοποιεί το παράδειγμα του εμβολίου της Merck για τις προ-καρκινικές αλλοιώσεις, προκειμένου να δείξει πως λειτουργεί το φαρμακευτικό κύκλωμα. Το 2005 μία κρατική υπηρεσία των ΗΠΑ, τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας (ΝΙΗ), πούλησε την τεχνολογία παρασκευής και τα αποκλειστικά δικαιώματα παραγωγής του εμβολίου αυτού στον φαρμακευτικό κολοσσό Merck and GlaxoSmithKline (GSK). Βασιζόμενη σε αυτήν την τεχνολογία, η Μerck παρασκεύασε το εμβόλιο Gardasil. Μερικούς μήνες αργότερα, το 2006, μία άλλη κρατική υπηρεσία των ΗΠΑ, ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) του έδωσε έγκριση για να κυκλοφορήσει στην αγορά.

Εκείνη την περίοδο επικεφαλής των ΝΙΗ ήταν ο Elias Zerhouni, ο οποίος είχε δεχτεί πολλές αιτιάσεις για συγκάλυψη σύγκρουσης συμφερόντων κάποιων ερευνητών των ΝΙΗ. Δύο χρόνια μετά αποχώρησε από τα ΝΙΗ και πήγε στη Sanofi Pasteurστο Ίδρυμα  Bill Melind Gates και στη Mayo Clinic (περισσότερα γι’ αυτήν στο δεύτερο μέρος του άρθρου). Επικεφαλής των CDC την ίδια χρονική περίοδο ήταν ο Julie Gerberding, ο οποίος τρία χρόνια αργότερα, το 2009, έγινε διευθυντής του Τμήματος Εμβολίων της Merck. Ο Hammond σχολιάζει την μετεγγραφή αυτή ως εξής: “συνέχισε να κάνει τη δουλειά που έκανε στα CDC αλλά με ακόμα μεγαλύτερο οικονομικό όφελος”…

Στο παραπάνω παράδειγμα φαίνονται καθαρά τόσο η διαπλοκή μεταξύ κεφαλαίου και κράτους όσο και ο τρόπος που το κεφάλαιο χρησιμοποιεί απροκάλυπτα το κράτος για να πετύχει τους σκοπούς του. 

Στην ουσία οι κρατικές υπηρεσίες λειτουργούν ως παραρτήματα των φαρμακευτικών εταιρειών.

Η κάλυψη της φαρμακοβιομηχανίας από το κράτος στο θέμα της ασφάλειας φαρμάκων και εμβολίων

Ωστόσο, η κάλυψη του κεφαλαίου από το κράτος δεν τελειώνει εδώ. Επεκτείνεται στον τομέα της ασφάλειας των φαρμάκων ή των εμβολίων. Στην περίπτωση του Gardasil, παρότι αυξάνονταν οι ενδείξεις και οι ανησυχίες για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του, οι κρατικές υπηρεσίες των ΗΠΑ συνέχισαν να συνιστούν τον εμβολιασμό με αυτό το εμβόλιο. Οι άνθρωποι που εμφάνισαν σοβαρές παθήσεις λόγω των παρενεργειών του εμβολίου αντιμετωπίστηκαν από το κράτος ως παράπλευρες απώλειες ή αγνοήθηκαν εντελώς.

Το 2012 δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Journal of Law, Medicine & Ethics μία μελέτη δύο επιστημόνων του Πανεπιστημίου της British Columbia στο Vancouver του Καναδά, στην οποία οι ενδείξεις της ακαταλληλότητας του εμβολίου έγιναν βεβαιότητα: 

“Το εμβόλιο Gardasil της Merck για το HPV δεν πληρούσε (και συνεχίζει να μην πληροί) κανένα από τα τέσσερα κριτήρια του FDA για τη χορήγηση άδειας μέσω ταχείας διαδικασίας (fast track). Το Gardasil, αποδεδειγμένα, δεν είναι ούτε πιο ασφαλές ούτε πιο αποτελεσματικό από το τεστ Παπανικολάου σε συνδυασμό με την αφαίρεση της ζώνης μετάπλασης με ηλεκτροχειρουργική αγκύλη, ούτε μπορεί να βελτιώσει τη διάγνωση του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Παρόλα αυτά συνεχίζεται η προώθηση του, σαν να είχαν ολοκληρωθεί οι κλινικές δοκιμές της φάσης 4, σαν να είχε πάρει έγκριση και σαν να είχε αποδειχτεί η αποτελεσματικότητα του κατά του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας”.

Tα ίδια ισχύουν βέβαια σε πολλές άλλες περιπτώσεις εμβολίων και γενικά φαρμακευτικών προϊόντων.

Μία επιπλέον βοήθεια του κράτους προς τις φαρμακευτικές εταιρείες στον ίδιο τομέα είναι η τακτική που ακολουθεί ο FDA στον έλεγχο της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας των εμβολίων. Για να δώσει έγκριση σε ένα εμβόλιο, ο FDA στηρίζεται στα αποτελέσματα των κλινικών δοκιμών της παρασκευάστριας εταιρείαςΑυτό συνέβη στην περίπτωση του εμβολίου της Pfizer, αυτό συνέβη στην περίπτωση του Gardasil της Μerck, αυτό συμβαίνει στις περιπτώσεις όλων των εμβολίων. 

Το 2017 η ιστοσελίδα Slate αφιέρωσε ένα εκτενές άρθρο στο Gardasil. Στο άρθρο αυτό αμφισβητείται άμεσα η εγκυρότητα των κλινικών δοκιμών της Merck. Σημειώνεται ότι “οι κλινικές δοκιμές δεν σχεδιάστηκαν για να εκτιμήσουν την ασφάλεια του με τον κατάλληλο (σωστό) τρόπο”.

Στην έρευνα των Καναδών επιστημόνων που αναφέραμε πιο πριν η τακτική της αξιολόγησης που ακολουθούν οι κρατικές υπηρεσίες των ΗΠΑ κρίνεται ευθέως ως αναξιόπιστη: 

“όλες οι ομοσπονδιακές υπηρεσίες που είναι υπεύθυνες για τη διασφάλιση της ασφάλειας των φαρμάκων δεν θα πρέπει να βασίζονται αποκλειστικά στα δεδομένα που παρέχει η παρασκευάστρια εταιρεία, καθώς μία αναξιόπιστη έρευνα ( π.χ. η χρήση ενός αντιδραστικού και πιθανώς τοξικού εικονικού φαρμάκου) δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αξιόπιστη αξιολόγηση της ασφάλειας κανενός φαρμάκου”.

Στις ΗΠΑ, αλλά και σε πολλές άλλες χώρες, οι εταιρείες που διεξάγουν κλινικές δοκιμές για εμβόλια, μπορούν να πραγματοποιούν ταυτόχρονα περισσότερες από μία έρευνες πάνω στην ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των εμβολίων αυτών. Έχουν το δικαίωμα να μην δημοσιοποιήσουν όλες τις μελέτες. 

Στη διαδικασία έγκρισης στην οποία υποβάλλεται το εμβόλιο τους έχουν το δικαίωμα να επιλέξουν να παρουσιάσουν μία από αυτές τις μελέτες, προφανώς αυτήν με τα ευνοϊκότερα για το σκοπό τους αποτελέσματα. 

Τις υπόλοιπες τις τρώει το μαύρο σκοτάδι.

Οι στενές οικονομικές σχέσεις της Big Pharma με το κράτος

Οι σχέσεις διαπλοκής κράτους-Big Pharma είναι ακόμα πιο στενές σε καθαρά οικονομικό επίπεδο. Ένα μεγάλο μέρος των εσόδων του FDA προέρχεται από τη φαρμακοβιομηχανία

Σύμφωνα με στοιχεία που προέρχονται από τον ίδιο τον FDA, το 2020 το 55% (3,2 δισεκατομμύρια δολάρια) του συνολικού προϋπολογισμού του Οργανισμού προερχόταν από κρατικά κονδύλια. Το υπόλοιπο 45% (2,7 δισεκατομμύρια δολάρια) προερχόταν από τις πληρωμές των φαρμακευτικών εταιρειών.

Όπως θα δούμε αναλυτικά στο δεύτερο μέρος του άρθρου που αναφέρεται στα πρόσωπα που συμμετείχαν στις διαδικασίες με τις οποίες δόθηκε πειραματική άδεια στο εμβόλιο της Pfizerτα μέλη των συμβουλευτικών επιτροπών που θεωρητικά έχουν αναλάβει το έργο του ελέγχου της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας ενός φαρμακευτικού προϊόντος, έχουν στενότατες οικονομικές και άλλες σχέσεις με τις φαρμακευτικές εταιρείες.

Τα αποτελέσματα μίας πρόσφατης σχετικής έρευνας του επιστημονικού περιοδικού Science έδειξαν ότι κατά το χρονικό διάστημα 2013-2016 οι 40 από τους 107 επιστήμονες που συμμετείχαν σε επιτροπές του FDA, μετά την έγκριση των φαρμάκων ή των εμβολίων που εγκρίθηκαν από επιτροπές του Οργανισμού , έλαβαν έκαστος πάνω από 10.000 δολάρια από τις φαρμακευτικές εταιρείες παραγωγής τους ή από ανταγωνίστριες εταιρείες. Οι 26 από αυτούς έλαβαν από αυτές τις φαρμακευτικές εταιρείες πάνω από 100.000 έκαστος, ενώ οι 6 από αυτούς έλαβαν πάνω από 1 εκατομμύριο δολάρια έκαστος. Επίσης, 16 από τους καλύτερα αμειβόμενους ερευνητές μεταξύ των προαναφερομένων επιστημόνων έλαβαν από φαρμακευτικές εταιρείες περισσότερα από 24 εκατομμύρια δολάρια ως ερευνητική βοήθεια ή ως απ’ ευθείας πληρωμές (πάνω από 300.000 δολάρια έκαστος). 

Από το ποσό αυτό, το 93% προερχόταν από τις φαρμακευτικές εταιρείες των οποίων τα φάρμακα είχαν εγκριθεί οι επιτροπές στις οποίες συμμετείχαν οι κύριοι αυτοί, ή από ανταγωνίστριες εταιρείες. 

Στην πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα του Science σημειώνεται επίσης ότι 

“περισσότεροι από αυτούς τους υψηλά αμειβόμενους επιστήμονες – και πολλοί άλλοι- έλαβαν κι άλλες χρηματοδοτήσεις από τις ίδιες εταιρείες, το έτος που ήταν μέλη μίας επιτροπής ή πριν από αυτό. Οι χρηματοδοτήσεις αυτές αποκαλύφτηκαν από επιστημονικά περιοδικά, όχι όμως από τον FDA”.

Ίδια και ίσως ακόμα στενότερη είναι η διαπλοκή με την Big Pharma στα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC). Τα μέλη των συμβουλευτικών επιτροπών της Υπηρεσίας – ειδικά της λεγόμενης Συμβουλευτικής Επιτροπής για Ανοσολογικές Πρακτικές (Advisory Committee on Immunization Practices, ACIP) – έχουν διαφόρων ειδών οικονομικές δοσοληψίες με τις εταιρείες που παρασκευάζουν εμβόλια: 

κατοχή πατεντών για εμβόλια από κοινού με φαρμακευτικές εταιρείες, κατοχή μετοχών φαρμακευτικών εταιρειών, πληρωμές από φαρμακευτικές εταιρείες για ερευνητικούς σκοπούς ή για την επίβλεψη κλινικών δοκιμών εμβολίων, χρηματοδότηση από φαρμακευτικές εταιρείες διαφόρων πανεπιστημιακών τμημάτων στα οποία είναι καθηγητές μέλη αυτών των επιτροπών, κλπ.

Την ίδια στιγμή η κρατική αυτή υπηρεσία έχει υπογράψει με φαρμακευτικές εταιρείες και με πανεπιστήμια δεκάδες συμφωνίες για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας σε εμβόλια ή προϊόντα που σχετίζονται με εμβόλια. 

Επίσης, συμμετέχει από κοινού με φαρμακευτικές εταιρείες σε προγράμματα παρασκευής εμβολίων. Όλα αυτά είναι νόμιμα στις ΗΠΑ, μετά την ψήφιση ενός σχετικού νόμου το 1980, ο οποίος συμπληρώθηκε από ανάλογους νόμους τα επόμενα χρόνια.

Τον Ιούνιο του 2000 συζητήθηκε στο αμερικανικό κογκρέσο το θέμα της σύγκρουσης συμφερόντων των μελών των επιτροπών του FDA και των CDC για τα εμβόλια. Ο γερουσιαστής Dan Burton, μιλώντας εκ μέρους της επιτροπής του κογκρέσου που εξέτασε το θέμα, είπε: 

“εξετάσαμε πολύ προσεκτικά τις συγκρούσεις συμφερόντων. Εξετάσαμε εξονυχιστικά αν η φαρμακοβιομηχανία έχει υπερβολικά μεγάλη επιρροή σε αυτές τις επιτροπές. Από τα στοιχεία που βρήκαμε η απάντηση είναι πως έχει”.

Ο ίδιος παραδέχτηκε ότι μέλη των συμβουλευτικών επιτροπών του FDA και των CDC –  συμπεριλαμβανομένου των προέδρων τους- που παίρνουν αυτές τις αποφάσεις, έχουν μετοχές σε φαρμακευτικές εταιρείες που παράγουν τα εμβόλια”και ότι μέλη των επιτροπών αυτών κατέχουν πατέντες για εμβόλια των οποίων η έγκριση εξετάζεται από τις επιτροπές αυτές ή επηρεάζεται από τις αποφάσεις τους”.

Για το θέμα των εξαιρέσεων που γίνονται σε κάποιες περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων μελών των επιτροπών, αναρωτήθηκε 

“πόσο εμπιστοσύνη μπορεί να έχει κανείς σε ένα σύστημα, όταν μία υπηρεσία φαίνεται να θεωρεί ότι ο αριθμός των ειδικών (σε ένα θέμα) είναι τόσο μικρός σε όλη την χώρα που όλοι τους έχουν κάποια σύγκρουση συμφερόντων και επομένως πρέπει να γίνει εξαίρεση για κάποιους από αυτούς και να τους επιτραπεί να συμμετέχουν;”.

Έκανε αναφορά, επίσης, στη σκανδαλώδη περίπτωση του Paul Offit (βλ. αναλυτικότερα γι’ αυτόν στο δεύτερο μέρος του άρθρου) και “του Neal Halsey, εκπροσώπου της Αμερικανικής Παιδιατρικής Εταιρείας σε επιτροπές των CDC για τα παιδικά εμβόλια και συμβούλου αντίστοιχων επιτροπών του FDA, o οποίος έχει εκτενείς δεσμούς με τη φαρμακοβιομηχανία· έφτασε μάλιστα στο σημείο να ζητήσει και να λάβει χρηματοδότηση από τη βιομηχανία αυτήν για την εκκίνηση της λειτουργίας του εμβολιαστικού του κέντρου”. 

Τόσο αυτός όσο και άλλοι γερουσιαστές κατονόμασαν κι άλλους επιστήμονες που συμμετείχαν στις επιτροπές αυτές, αν και είχαν μεγάλης αξίας μετοχές φαρμακευτικών εταιρειών ή κατείχαν μέρος των δικαιωμάτων χρήσης κάποιου φαρμάκου ή εμβολίου. 

Η λίστα των μελών αυτών των επιτροπών με τέτοιου είδους σχέσεις με την υπερεθνική φαρμακοβιομηχανία είναι πάρα πολύ μεγάλη. Μερικά ενδεικτικά παραδείγματα μπορείτε να βρείτε στο άρθρο της ιστοσελίδας Children’s Health Defense με τίτλο “Τα μυστικά των εμβολίων”.  

Το εμπόριο των δικαιωμάτων (πατεντών) στα φαρμακευτικά προϊόντα ξεκινά από τις κρατικές υπηρεσίες. Τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας (ΝΙΗ) και τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) κατέχουν δεκάδες πατέντες εμβολίων και φαρμάκων. Παραχωρούν τα δικαιώματα της άδειας εκμετάλλευσης τους στις φαρμακευτικές εταιρείες 

“για περαιτέρω έρευνα και ανάπτυξη, και κατόπιν για εμπορευματοποίηση”

Φυσικά, οι υπηρεσίες αυτές, και το Υπουργείο Υγείας (HHS) στο οποίο υπάγονται, έχουν όφελος από αυτήν την παραχώρηση, αφού παίρνουν μέρος των κερδών από τις πωλήσεις.

Σε αυτήν του την λειτουργία, το κράτος είναι ένας κερδοσκοπικός οργανισμός που γίνεται συνέταιρος στις εμπορικές δραστηριότητες του κεφαλαίου. Υπάρχει για να το διευκολύνει και για να το εξυπηρετεί. 

Πώς μπορεί λοιπόν σε αυτό το σύστημα διαπλοκής, μία κρατική υπηρεσία να ελέγχει αν ένα προϊόν μίας ιδιωτικής εταιρείας είναι κατάλληλο να βγει στην αγορά, όταν η ίδια έχει μερίδιο των κερδών από τις πωλήσεις του; 

Αυτή η καταφανής σύγκρουση συμφερόντων που διέπει την υπόσταση και τη λειτουργία της ίδιας της κρατικής αυτής υπηρεσίας είναι πλήρως νομιμοποιημένη στο νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό των ΗΠΑ.

Η φαρμακοβιομηχανία επενδύει μεγάλα ποσά στη στήριξη προεκλογικών εκστρατειών πολιτικών κομμάτωνυποψηφίων προέδρωνγερουσιαστώνμελών του κογκρέσου κυβερνητών και μελών τοπικών επιτροπών. Οι ετήσιες δωρεές της φαρμακοβιομηχανίας σε πολιτικούς κυμαίνονται από 30 έως 50 εκατομμύρια δολάρια. Το 2019-2020 η Pfizer ήταν τρίτη στη λίστα των φαρμακευτικών εταιρειών με τις μεγαλύτερες δωρεές σε πολιτικούς και κόμματα, έχοντας δώσει 3,44 εκατομμύρια δολάρια.

Ξοδεύει πολλά περισσότερα για άσκηση παρασκηνιακής πολιτικής πίεσης (lobbying). Το 2020 έδωσε πάνω από 306 εκατομμύρια δολάρια σε διάφορες τέτοιες ομάδες (lobbies). Η Pfizer ήταν τέταρτη στην αντίστοιχη λίστα, έχοντας δώσει 10,87 εκατομμύρια δολάρια.

Από όλη αυτή τη σχέση διαπλοκής δεν θα μπορούσαν να λείψουν τα μέσα μαζικής προπαγάνδας. Τα media στις HΠΑ έχουν βγει πολύ ωφελημένα από την αύξηση των πωλήσεων φαρμακευτικών προϊόντων. Η αμερικανική και η πολυεθνική φαρμακοβιομηχανία επενδύουν τεράστια ποσά στη διαφήμιση των προϊόντων τους και στην ενίσχυση της εικόνας τους. 

Το ποσό που έδωσαν οι φαρμακευτικές εταιρείες για διαφήμιση φαρμάκων στις ΗΠΑ το 1997 ήταν 2,1 δισεκατομμύρια δολάρια. Μέσα σε περίπου 20 χρόνια αυτό το ποσό σχεδόν πενταπλασιάστηκε και σε περίπου 25 χρόνια σχεδόν εξαπλασιάστηκε

Το 2016 έφτασε τα 9,6 δισεκατομμύρια δολάρια και το 2020 έφτασε στα 12 δισεκατομμύρια δολάρια.

Η διαπλοκή δεν θα μπορούσε να μην περιλαμβάνει και τους γιατρούς. Δεν αναφερόμαστε μόνο στους μεγαλογιατρούς που στελεχώνουν τις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες, τις κρατικές υπηρεσίες υγείας και τις επιτροπές τους. Πάρα πολλοί γιατροί είναι ενταγμένοι σε αυτό το σάπιο σύστημα. 

Πρόσφατα η ιστοσελίδα Propublica αποκάλυψε τις δημοσιευμένες πληρωμές που έγιναν το 2018 από 2.191 φαρμακευτικές εταιρείες σε 1.036.163 γιατρούς και 1.249 πανεπιστημιακά νοσοκομεία των ΗΠΑ για την «προώθηση» των προϊόντων τους. 

Το συνολικό ποσό των γνωστών (δημοσιευμένων) πληρωμών ήταν 12 δισεκατομμύρια δολάρια.

Το 2008, η δημοσιογράφος Sharyl Attkisson, πρώην συνεργάτης του ραδιοτηλεοπτικού δικτύου CBS News, σε ένα άρθρο της με τίτλο 

“Πόσο ανεξάρτητοι είναι οι υποστηρικτές των εμβολίων;” 

αποκάλυψε ότι “η βιομηχανία παραγωγής εμβολίων δίνει εκατομμύρια στη Ακαδημία Παιδιατρικής για συνέδρια, υποτροφίες, εκπαιδευτικά μαθήματα ιατρικής, μέχρι οικονομική βοήθεια για το χτίσιμο των κεντρικών της γραφείων. Τα συνολικά ποσά κρατούνται μυστικά, όμως δημόσια έγγραφα έχουν αποκαλύψει κάποια μικροποσά”. 

Στο ίδιο δημοσίευμα η Attkisson αναφέρει ενδεικτικά δύο τέτοια «μικροποσά»: τα 342.000 δολάρια που έλαβε η Ακαδημία Παιδιατρικής των ΗΠΑ από την Wyeth, την φαρμακευτική εταιρεία που παρήγαγε το εμβόλιο για τον πνευμονιόκοκκο (με ετήσιες πωλήσεις ύψους 2 δις δολαρίων εκείνη την εποχή), και τα 433.000 δολάρια που πήρε από τη Merck, το ίδιο έτος που ενέκρινε το εμβόλιο της εταιρείας για το HPV (με ετήσιες πωλήσεις ύψους 1,5 δις δολαρίων εκείνη την εποχή).

πηγή

Πώς δόθηκε “άδεια έκτακτης ανάγκης” στο εμβόλιο της Pfizer στις ΗΠΑ – Μέρος Α΄: Οι διαδικασίες

Αλήθεια

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου