Σελίδες

Παρασκευή 19 Ιανουαρίου 2018

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΣΤΟ ΣΑΚΟ ΜΕ ΤΙΣ ΕΧΙΔΝΕΣ

«Το όνομά μας είναι η ψυχή μας και τα μαρτύρια των προγόνων μας»

Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ
booksonthesites.blogspot.com

Η istorikimnimi παρουσιάζει ένα συγκλονιστικό ντοκουμέντο. Πρόκειται για μία αδημοσίευτη γαλλική έκδοση του 1827 με τίτλο “Les femmes Grecques aux dames Françaises, Récit de leurs malheurs”, δηλαδή «Οι Ελληνίδες γυναίκες προς τις Γαλλίδες κυρίες, Διήγηση των δεινών τους». Το βιβλίο εκδόθηκε στις Βρυξέλες και η απόδοση στα γαλλικά είχε γίνει από έναν φιλέλληνα. Πρόκειται για τις αφηγήσεις γυναικών από διάφορες περιοχές του ελληνικού χώρου, οι οποίες υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων της Επανάστασης του 1821 και της τουρκικής θηριωδίας.
Μεταξύ αυτών είναι και μία 45χρονη γυναίκα από τον Πολύγυρο, η μαρτυρία της οποίας επιβεβαιώνει όλα όσα γνωρίζαμε από άλλες πηγές για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την 17η Μαΐου 1821, με το ξέσπασμα της Επανάστασης, στη Χαλκιδική τη Θεσσαλονίκη, τη Νάουσα τη Βέροια, και σε όλη την ευρύτερη περιοχή της σημερινής Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας.

Σε ημερήσια διάταξη ήταν τα παλουκώματα, οι κρεμάλες, οι βιασμοί, οι αποκεφαλισμοί, τα φρικτά βασανιστήρια με καυτό λάδι και πυρακτωμένα σίδερα, στο κολαστήριο του παλαιού διοικητηρίου της Θεσσαλονίκης και στα μπουντρούμια του Ματωμένου Πύργου, (του Λευκού δήθεν). Επιβεβαιώνονται, επίσης, οι εγκλεισμοί των γυναικών των οπλαρχηγών της Νάουσας και άλλων απλών γυναικών, που δεν δέχτηκαν να αλλαξοπιστήσουν, μέσα σε σάκους με πεινασμένους αρουραίους, πεινασμένες γάτες και έχιδνες για να έχουν ένα φρικτό θάνατο.

Η ανήλικη εγγονή της Ελληνίδας από τον Πολύγυρο ατιμάστηκε βάρβαρα από τα τουρκικά στίφη και κατέληξε στα σκλαβοπάζαρα, ενώ
η ίδια και η κόρη της με εκατοντάδες άλλους αιχμαλώτους οδηγήθηκαν στα κάτεργα της Θεσσαλονίκης. Εκεί η δυστυχισμένη μάνα παρακολούθησε αλλόφρων τον μαρτυρικό θάνατο της κόρης της μέσα στο σάκο με τις άγριες γάτες.

Πριν να σβήσει, ο πυρσός της ζωής μου έριξε μια τελευταία δέσμη φωτός για να φωτίσει μπροστά στα μάτια μου μία τρομακτική σκηνή βαρβαρότητας. Σαράντα πέντε χειμώνες βαραίνουν τη βασανισμένη ύπαρξή μου, χίλιες αναπηρίες εξαντλούν τις παγωμένες αισθήσεις μου, και μπόρεσα, χωρίς να βγάλω έναν αδύναμο και τελευταίο αναστεναγμό, μπόρεσα να δω τα μαρτύρια μιας λατρεμένης κόρης, την ντροπή ενός άλλου παιδιού μου, και να παρακολουθήσω την σπαραξικάρδια αγωνία τόσων πολλών μαρτύρων.
Η σπάθη των βαρβάρων δεν με χαρίστηκε καθόλου μπροστά στον τάφο που ανοιγόταν από μόνος του, για να με διαμελίσει τελικά σε χίλιους θανάτους. Ω, εσύ που είσαι μάνα, να αισθανθείς τις κακουχίες μιας εξαντλημένης από τα χρόνια καρδιάς, που και μόνον η ανεπαίσθητη αίσθηση της ζωής προκαλεί τόσο πόνο. Χύστε δάκρυα για τα δυστυχισμένα μου παιδιά, αλλά πάνω απ’ όλα διαμαρτυρηθείτε για την μητέρα τους, αυτή ζει, και μεταξύ αυτών για τα οποία κλαίει, η μία δεν υπάρχει πια …. η άλλη μαράθηκε … Πού είσαι γλυκιά Ελένη; Πού είναι αυτό το χαριτωμένο χαμόγελό σου, σαν ένα όνειρο αθωότητας, αυτά τα μαλλιά σου που κυλούσαν σε χρυσές μπούκλες, αυτή η ουράνια όψη, αυτή η αέρινη ύπαρξη; Θησαυρός της νεότητας και της ομορφιάς, τι έχετε απογίνει;

…Ο αγάς των Γενιτσάρων οργάνωσε τα λεφούσια του, και είτε για να τα κρατά σε εγρήγορση, είτε για να τα συνηθίσει στο αίμα, τα διέταξε να προβούν σε σφαγές. Με την άτιμη πρόφαση πως οι φιλήσυχοι Έλληνες υποστηρίζουν τους επαναστατημένους Έλληνες, έβλεπε κανείς να συσσωρεύονται χιλιάδες αθώα θύματα στα παλούκια και στους στύλους που ανύψωναν στους δημόσιους χώρους. Έτσι χάσαμε έναν μεγάλο αριθμό από τους δικούς μας.

Ένας άλλος Γάλλος περιηγητής, ο Pitton de Tournefort (1656-1708) περιγράφει ένα παλούκωμα στην Κωνσταντινούπολη (Relasion d’ un voyage au Levant … A Paris 1717):

«Ξαπλώνουν μπρούμυτα το θύμα αφού του δέσουν τα χέρια πίσω, βάζουν στη ράχη του ένα σαμάρι γαϊδάρου και κάθονται πάνω δύο βοηθοί του δημίου για να το ακινητοποιήσουν εντελώς. Ένας άλλος του κρατάει με τα δύο χέρια το κεφάλι κολλημένο στη γη. Τέταρτος βοηθός του δημίου σχίζει με ένα ψαλίδι το πίσω μέρος του βρακιού του θύματος. Τότε ο δήμιος μπήγει το παλούκι, μία ξύλινη (ή σιδερένια) σούβλα όσο πιο βαθειά μπορεί. Ύστερα παίρνει ένα ξύλινο σφυρί και χτυπάει το παλούκι ώσπου η μυτερή άκρη να βγει από το στήθος. Ανασηκώνουν έπειτα ορθό το παλούκι και το καρφώνουν στο χώμα. Κι όσο βασανίζεται ο δύστυχος, οι Τούρκοι τον περιγελούν, τον μυκτηρίζουν και τον καλούν να γίνει μουσουλμάνος».

…Κατοικούσα στον Πολύγυρο. Ήταν ο γενέθλιος τόπος μου και η κατοικία της οικογενείας μου. Ήταν εκεί που αναπαυόταν ένας σύζυγος, στον οποίο ο Παντοδύναμος πρόσφερε τον θάνατο ως ευεργεσία, διότι δεν έζησε για να δει την άγρια θανάτωση ενός από τα παιδιά του και την απάνθρωπη ατίμωση του άλλου. Είχα μία κόρη ήδη μητέρα. Ο σύζυγός της επιβιβάστηκε σ’ ένα πλοίο για την Κρήτη. Το πλοίο κατακλύστηκε από τα κύματα. Θάνατος χωρίς ταφή, σε μια ξένη και μακρινή ακτή. Άρχισε μια σειρά από ατυχίες που δεν σταμάτησε ποτέ να βαραίνει την οικογένειά μου. Ένα γλυκό κορίτσι ήταν ο καρπός αυτού του άτυχου γάμου. Έσβηνε τα δάκρυα των δύο χηρών. Η αξιαγάπητη καλοσύνη του χαροποιούσε κάποιες φορές τα χαρακωμένα από τον πόνο πρόσωπά μας.

…Δίκαιε Ουρανέ! Τι έκανες τους κεραυνούς σου; Πώς μπόρεσες, χωρίς να εκραγείς, να φωτίσεις το πιο απεχθές έγκλημα; Να μην χτυπήσουν, πριν αυτό συμβεί, το τέρας ή το θύμα; Γιατί δεν χτύπησαν εμένα την ίδια από οίκτο; Φτωχή Ελένη!

…Χιλιάδες χριστιανοί ρίχτηκαν, από την αρχή των διώξεων, μέσα στις εκκλησίες που είχαν μετατραπεί σε φυλακές. Κάθε μέρα έβγαζαν μερικούς για να τους υποβάλλουν σε βασανιστήρια, μέχρι να ομολογήσουν που είχαν κρύψει τα τιμαλφή τους, και μόλις ομολογούσαν τους δολοφονούσαν.

…Μετά την άφιξή μας στην Θεσσαλονίκη μας οδήγησαν, την κόρη μου κι εμένα, μπροστά στον Αμπού –Λουμπούντ. Μόλις μας είδε μας είπε: «Κόρες των Εσσαίων εγκαταλείψτε τον Χριστό και λατρέψτε τον Προφήτη». Απαντήσαμε με το σύμβολο του σταυρού κι εκείνος μας έδειξε τη θηριωδία του, και οι δήμιοι μας ανέλαβαν. Σε λίγο, σπαραξικάρδιες κραυγές ανάκατες με τρομερούς θορύβους ήρθαν στα αυτιά μας. Ένας μεγάλος περιφραγμένος χώρος απλωνόταν μπροστά μας. Ω, θανατηφόρα έκπληξη! Σάκοι που περιείχαν ζωντανά όντα κινούνταν στο πάτωμα. Σε κάποιον από αυτούς είχαν κλείσει ήδη μία γυναίκα που κατασπαράχθηκε από την βίαιη επίθεση πεινασμένων αρουραίων ή από άγριες γάτες. Οι άλλοι σάκοι ήταν επίσης γεμάτοι και περίμεναν τα θύματά τους.
Ο Αμπού - Λουμπούντ ακολουθούμενος από τους υποτακτικούς του έφθασε για να παρίσταται στα βασανιστήριά μας, κάνοντάς τα ακόμη πιο φρικτά. Η εντολή του μαρτυρίου μας δόθηκε, και για να μου μεταφέρει όλη την οδύνη, ήταν η κόρη μου αυτή που οι δήμιοι άρπαξαν πρώτη.

…Θεέ! Ευσπλαχνίσου με! Ήταν τα μόνα λόγια που βγήκαν από τα χείλη της μέσα στη φοβερή της αγωνία. Εγώ κάλυπτα με τις κραυγές μου τις κραυγές εκατό θυμάτων. Εκλιπαρούσα τον Παντοδύναμο και τους βαρβάρους να σώσουν την αθώα κόρη μου, την τόσο άτυχη. Αλίμονο! Μόνον εγώ είχα προστάτη και τα παιδιά μου δεν γνώρισαν παρά τους αιμοβόρους βαρβάρους… Εγώ παγωμένη από την ηλικία, φιλάσθενη, κατεστραμμένη από την απόγνωση, σώθηκα και η κόρη μου χάθηκε μέσα στη φοβερή δοκιμασία…

Τα μαρτύρια των γυναικών των Ναουσαίων οπλαρχηγών, του Καρατάσου, του Ζαφειράκη, του Κατσαούνη, του Καμπίτη και του Μαλάμου περιγράφουν με τρόμο σύγχρονοι της εποχής των γεγονότων Έλληνες και ξένοι ιστορικοί. Μετά το ολοκαύτωμα της Νάουσας τον Απρίλιο του 1822, οι μακελάρηδες του Αμπού Λουμπούντ έσφαξαν σαν τα τραγιά 1.241 νεομάρτυρες αιχμαλώτους στο Κιόσκι της Νάουσας και μετέφεραν εκατοντάδες άλλους -κυρίως γυναίκες- στη Θεσσαλονίκη, όπου υπέστησαν τα μαρτύρια της Κόλασης: Πυρακτωμένα σίδερα, βραστό λάδι, κοχλάζον ύδωρ, κρέμασμα από τα τσιγκέλια, εγκλεισμός σε σάκους με πεινασμένες γάτες και ποντίκια. Την Καρατάσαινα την έβαλαν και σε σάκο με έχιδνες και έτσι παρέδωσε την αγιασμένη ψυχή της.

…Η κόρη μου δεν ήταν η τελευταία που πέρασε τα βασανιστήρια. Εκατοντάδες άλλες άτυχες πέθαναν με την ίδια βάσανο. Έκλεισα τα μάτια μου μπροστά σε όλον αυτόν τον τρόμο, όμως δεν μπορούσα να μην ακούω την προετοιμασία των εγκλημάτων και το ξέσκισμα των θυμάτων. Το όνομα μιας επιφανούς μάρτυρος, που ανακοινώθηκε από τους δήμιους, με έκανε να ανοίξω τα κλειστά μου βλέφαρα. Θεέ μου! Ήταν η ενάρετη σύζυγος του καπετάν Τόσσου (σ.σ.: του Καρατάσου). Το μαρτύριό της θα ξεπερνούσε όλων των άλλων Ελλήνων.
Ο Αμπού–Λουμπούντ χαρούμενος που θα έπαιρνε εκδίκηση, μέσω αυτής της άτυχης, για την παλικαριά του συζύγου της, την έριξε σ’ έναν σάκο με ερπετά. Ήλπιζε αυτά τα τρομερά ερπετά να την καταβροχθίσουν και να τη θανατώσουν με βασανιστικό τρόπο. Ω Θαύμα! Αυτή τη φορά ο Παντοδύναμος λυπήθηκε τη μάρτυρα αυτή. Το δήγμα των εχιδνών έριξε αυτή την άτυχη σε λήθαργο και εξέπνευσε χωρίς την οδύνη που θα ικανοποιούσε τους δημίους της.

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Από το 1912, η Θεσσαλονίκη ανήκει στο ελληνικό κράτος και είναι η πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Υπάρχει κάποιο μνημείο στη Θεσσαλονίκη για τους 30.000 μάρτυρες Μακεδόνες Έλληνες και Ελληνίδες εκείνης της περιόδου; Υπάρχει στη Θεσσαλονίκη κάποιο μνημείο για τους 70.000 Μακεδόνες Έλληνες της ανατολικής Μακεδονίας, θύματα του συστηματικού λιμού και της ομηρίας που εφάρμοσε, βάσει σχεδίου, η βουλγαρική κυβέρνηση από τον Αύγουστο του 1916 έως τον Σεπτέμβριο του 1918;


Ιστορική Μνήμη


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου