Σελίδες

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2013

Περί εγκλημάτων σοφίσματα. Προϊόντα άγνοιας, αγκυλώσεως ή πονηρίας;

Απορρίπτοντας εξαρχής τους μισάνθρωπους που δικαιολογούν εγκλήματα λαθρομεταναστών και φονταμενταλιστών για ψευδεπίγραφους «κοινωνικούς» και «ιδεολογικούς» λόγους και αναφέρομενος σ’ εκείνους που κατά συνείδηση ή, έστω, κατ’ ανάγκη καταδικάζουν όλα ανεξαιρέτως τα εγκλήματα και όλους ανεξαιρέτως τους εγκληματίες, παρατηρώ: 

Πολλοί «βαρείς» σχολιαστές (αναλυτές, «ειδικοί», δημοσιογραφούντες και πολιτικοί), αλλά και ελαφρότεροι (απλοί άνθρωποι κομματικοποιημένοι και μη) κατακλύζουν τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές, έντυπα και διαδίκτυο με σχόλια, στα οποία επιχειρηματολογούν κατά της «εξίσωσης» των εγκλημάτων.

Φρονούν ότι η δολοφονία Φύσσα και η δολοφονία Καντάρη λόγου χάρη, δεν μπορούν να συγκρίνονται, ούτε πολύ περισσότερο να «εξισώνονται», αφού η πρώτη έχει σαφές πολιτικό χρώμα (δράστης συνδεόμενος με ομάδα κρούσης ακροδεξιού κόμματος, θύμα με έντονη αντιφασιστική δράση, κίνητρο οι πολιτικές διαφορές), ενώ η δεύτερη αφορά σε κοινό έγκλημα (δράστες και θύμα παντελώς άγνωστοι μεταξύ τους, κανένα ιδεολογικό υπόστρωμα, κίνητρο η ληστεία).

Προχωρούν μάλιστα ακόμη παραπέρα. Διακηρύττουν ότι ούτε και η δολοφονία τεσσάρων ανθρώπων στο υποκατάστημα της Marfin μπορεί να συγκρίνεται με τη δολοφονία Φύσσα, αφού η πρώτη διαπράχθηκε από αγνώστους με άγνωστα και σκοτεινά κίνητρα, ενώ η δεύτερη από γνωστούς (και μη εξαιρετέους) με προφανή κίνητρα.

Λυπάμαι, αλλά είμαι υποχρεωμένος να διαφωνήσω καθέτως και καθ’ ολοκληρία.

Και οι μεν απλοί σχολιαστές δικαιολογούνται (ο καθένας μπορεί να είναι αδιάβαστος, κακώς πληροφορημένος, υποκειμενικός, συναισθηματικά φορτισμένος ή απρόσεκτος), οι δε «βαρείς» τοιούτοι καθόλου. Στους τελευταίους καταλογίζω δόλο ή εμμονές. Οι βαθυστόχαστες αναλύσεις τους είναι εκ του πονηρού. Έχουν ταπεινά ελατήρια (από ψηφοθηρία έως αποπροσανατολισμό του λαού) ή πάσχουν από ιδεολογική αγκύλωση. 


Έχω ξανατονίσει (σε απλή γλώσσα· εδώ) ότι η διάκριση των εγκλημάτων αναλόγως του κινήτρου τους (πολιτικά και μη, ρατσιστικά και μη, σεξουαλικά και μη, οτιδήποτε άλλο και μη), θεμιτή βεβαίως για εκπαιδευτικούς-διδακτικούς σκοπούς στις οικείες επιστήμες (Εγκληματολογία, Νομική), αποτελεί ευθεία προσβολή της Λογικής επιστήμης όταν χρησιμοποιείται εντέχνως, για αλλότριους σκοπούς, ιδιαίτερα όταν δράστες και κίνητρα συγκαλύπτονται εσκεμμένα. Με άλλους λόγους, η επιστημονική διάκριση είναι απαράδεκτο να γεννά «διακρίσεις». 

Η βασική «διάκριση» της διάκρισης αναλόγως του κινήτρου, έχει ως θύμα το ... θύμα του εγκλήματος. Όσοι
υποστηρίζουν ότι «ακόμη και ένα θύμα ρατσιστικής βίας είναι πολύ» και φωνασκούν «καμία ανοχή στα φασιστικά εγκλήματα» προβαίνουν (σκόπιμα ή μη μας είναι αδιάφορο) σε κήρυγμα μίσους, φανατισμού, «ρατσισμού» και εν πολλοίς βλακείας, ευθέως συγκρουόμενου με τα υποτιθέμενα «πιστεύω» τους. Εννοούν σαφώς ότι τα θύματα φασιστικής-ρατσιστικής βίας είναι ανώτερα ή μεγαλύτερης αξίας από τα υπόλοιπα αθώα θύματα! Εννοούν ότι τα θύματα ληστείας λ.χ είναι υποδεέστερα, απλώς και μόνο επειδή το κίνητρο της δολοφονίας τους είναι του συρμού (ντεμοντέ, μπανάλ). Ενώ δηλαδή υποτίθεται ότι πρεσβεύουν την ισότητα όλων των ανθρώπων στη ζωή, εμφανίζονται να σνομπάρουν ορισμένους, αθώους και αδίκως φονευθέντες, μετά θάνατον! Φαίνεται ότι, κατά την θεωρία τους, το είδος του κινήτρου και το ποιον του δράστη (πολλάκις αμφισβητούμενα) είναι σημαντικότερα από την ίδια την πράξη, το ίδιο το γεγονός, την αφαίρεση δηλαδή της ζωής ενός αθώου!

Πρόκειται για ευθεία προσβολή αυτών-καθεαυτών των ιερών εννοιών ζωής-θανάτου. Το επόμενο βήμα στην επικίνδυνη αυτή ατραπό είναι η ευθεία προσβολή του θύματος και η εκτόξευση κατηγοριών εναντίον του.

Ορισμένοι (ελάχιστοι), πιο προσεκτικοί, επιχειρούν να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις των «διακρίσεων» μεταξύ θυμάτων, δηλώνοντας (υποκριτικά ή μη μας είναι αδιάφορο) ότι σέβονται και «εξισώνουν» όλα τα αθώα θύματα, αλλά εφόσον η «εξίσωση» αφορά μόνο σε μία από τις τρεις συνιστώσες των εγκλημάτων (θύματα) ενώ οι άλλες δύο (θύτες-κίνητρα) είναι διαφορετικές, τα εγκλήματα ως σύνολα δεν μπορούν να εξισωθούν.


Ο έξυπνος (ή πονηρός) αυτός συλλογισμός είναι έωλος. Τα σχετικά με τον εγκληματία και το κίνητρό του, αφορούν κυρίως στην απονομή δικαιοσύνης. Το ποιον του δράστη δηλαδή και το είδος του κινήτρου, έχουν να κάνουν με το ύψος της τιμωρίας. Απασχολούν βεβαίως την κοινωνία, προκειμένου να προληφθούν παρόμοια εγκλήματα, όχι όμως περισσότερο από την απώλεια του αθώου. Η κοινωνία πρωτίστως θρηνεί επειδή έχασε ένα αθώο μέλος της. Το έγκλημα δηλαδή, θεωρητικώς και πρακτικώς, επιστημονικώς και κοινωνικώς, ορίζεται από την ύπαρξη του θύματος· υφίσταται επειδή υφίσταται θύμα. Η ανθρώπινη μοχθηρία και βλακεία είναι παντού και πάντα παρούσες. Έγκλημα υπάρχει μόνο όταν αυτές έχουν ως αποτέλεσμα θύματα. Αυτό είναι γνωστό ακόμη και στους φίλους των αστυνομικών ταινιών: «Χωρίς πτώμα δεν υπάρχει φόνος...». Εφόσον η παρουσία του θύματος είναι εκείνη που ορίζει το έγκλημα και όχι η παρουσία κινήτρου ή εν δυνάμει δράστη, το είδος του θύματος αρκεί για τη σύγκριση των εγκλημάτων. Η αθωότητα του θύματος είναι ικανή συνθήκη για να εξισώσει δύο ή περισσότερα εγκλήματα.

Επίσης, η απόδοση μεγαλύτερου «ειδικού βάρους» στα εγκλήματα πολιτικού-ρατσιστικού υπόβαθρου απ' ότι στα «κοινά» εγκλήματα, μπορεί να στραφεί ως μπούμερανγκ κατά των επιχειρηματολογούντων. Τραμπούκοι φονιάδες μπορούν να ισχυριστούν ότι εγκλημάτισαν για να υπερασπιστούν την (σάπια κατά τους λοιπούς, αλλά ιερή γι αυτούς) «ιδεολογία» τους, σε αντίθεση με ληστές και βιαστές που εγκληματούν με ευτελή ελατήρια.



Επιπλέον:


Όλες οι κοινωνικές επιστήμες είναι αλληλένδετες. Ειδικότερα οι πολιτικές επιστήμες προϋποθέτουν απόλυτη γνώση και εκτίμηση των κοινωνικών συνθηκών. Ουδείς δύναται να πολιτικολογεί ή να πράττει πολιτικά, χωρίς γνώση της κοινωνίας. Του λαού.

Όποιος επιδεικτικά αγνοεί τα υπαρκτά και μείζονα σύγχρονα προβλήματα της εγκληματικότητας και της λαθρομετανάστευσης ή συστηματικά τα υποβιβάζει υπερτονίζοντας συνεχώς την (φθίνουσα έως ανύπαρκτη πλέον) ταξική παράμετρο, ενώ καθημερινά διαψεύδεται από αναρίθμητες περιπτώσεις αιμοσταγών εγκληματιών και φανατικών θρησκόληπτων, στερεί απ’ αυτά την πραγματική πολιτική (κοινωνικοπολιτική) τους διάσταση και εθελοτυφλεί σε βαθμό κακουργήματος. Σε τελική ανάλυση, όποιος πεινάει κλέβει μια φρατζόλα ψωμί. Δεν κατασφάζει ανθρώπινη ύπαρξη για μια κάμερα, δεν βασανίζει γέροντες για μερικές δεκάδες ευρώ, δεν βιάζει και σκοτώνει γυναίκες και παιδιά, δεν σηκώνει πανό που γράφουν «το Ισλάμ θα κυριαρχήσει στον κόσμο», δεν απαιτεί να κατέβει η εικόνα του Ιησού επειδή προσβάλλεται. Αρκετά πια! Η φτώχεια που γεννά ο καπιταλισμός δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία για τα πάντα και για πάντα!

Τα θέματα αυτά έχουν τεράστιο πολιτικό αντίκτυπο, όχι μόνο επειδή απαιτούν άμεση λήψη πολιτικών αποφάσεων, αλλά και επειδή κατευθύνουν τον λαό σε αντίθετα αντιδραστικά άκρα. Υπό αυτή την έννοια, η δολοφονία Καντάρη και η κακοποίηση της νεαρής Μυρτούς αν και στερούνται προφανών πολιτικών κινήτρων, δύνανται να λογίζονται ως πολιτικώς σημαντικά.

Κι αν μερικοί από τους λογής-λογής σχολιαστές επιχειρούν να εξηγήσουν με λογικοφανή αλλά ατυχή επιχειρήματα, τους λόγους για τους οποίους θεωρούν «άνισες» τις περιπτώσεις των δολοφονιών Φύσσα και Καντάρη, οι ίδιοι ή άλλοι πετυχαίνουν να εξοργίσουν οποιονδήποτε σκεπτόμενο άνθρωπο, χαρακτηρίζοντας ως «μη πολιτικό», και συνεπώς μη συγκρίσιμο με τη δολοφονία Φύσσα, το έγκλημα της Marfin.


Τα «επιχείρηματα» εδώ είναι πολλά:


1ον: δεν γνωρίζουμε τους δράστες, άρα ούτε τα κίνητρά τους.

Θα ήθελα να γνωρίσω στους «μη γνωρίζοντες» ότι δεν γνωρίζουν τι λένε. Ο δολοφόνοι μπορεί να μην είναι γνωστοί ως φυσικά πρόσωπα, είναι όμως ευρέως γνωστές τόσο οι «ιδέες» όσο και η δράση τους. Πρόκειται για ενόπλους (κραδαίνοντες εμπρηστικές βόμβες μολότοφ) μασκοφόρους (και όχι κουκουλοφόρους· οι μάσκες κρύβουν τα χαρακτηριστικά του προσώπου, οι κουκούλες απλώς σκεπάζουν την κώμη) οι οποίοι προκαλούν επεισόδια σε κάθε περίπτωση μαζικών λαϊκών κινητοποιήσεων. Για τους ενόπλους αυτούς εξουσιαστές (η βία αποτελεί εξουσία όταν ασκείται επί αόπλων και γενικά αδυνάτων) υπάρχουν μόνο δύο ενδεχόμενα: ή είναι λαϊκοί αγωνιστές (πλανημένοι βεβαίως) ή είναι προβοκάτορες. Πυρπολούν και καταστρέφουν είτε με αγνά ελατήρια (διαμαρτυρόμενοι για την κρατική καταστολή και αυθαιρεσία και την κοινωνική αδικία), είτε ως όργανα δυσφήμισης των λαϊκών αγώνων, εκφοβισμού των λαϊκών κινημάτων και αποσταθεροποίησης. Και στις δύο περιπτώσεις οι πράξεις τους είναι πολιτικές. Τόσο το αντάρτικο πόλεων όσο και η προβοκάτσια έχουν μόνο πολιτική χρησιμότητα.


2ον: Ο σκοπός των μολοτοφόρων δεν ήταν οι εργαζόμενοι αλλά το κτίριο της Τράπεζας ως συμβολικός στόχος. Αν γνώριζαν ότι υπήρχαν εργαζόμενοι δεν θα πυρπολούσαν το κτίριο.


Το «επιχείρημα» αυτό χαρακτηρίζει ευθέως τους εμπρηστές ... ηλιθίους! Από την εποχή της ανακάλυψης της φωτιάς, οι πρόγονοί μας, που δεν φημίζονταν και για το υψηλό διανοητικό πηλίκο τους (ελληνιστί IQ), γνώριζαν πολύ καλά ότι τόσο οι ίδιες οι φλόγες, όσο και οι καπνοί που αναδύονται μπορούν να βλάψουν και ενίοτε να σκοτώσουν το ανθρώπινο ον. Η φωτιά είναι όπλο και όποιος χρησιμοποιεί όπλο πρέπει να ξέρει να το χειρίζεται. Ακόμη κι αν το όπλο δεν στρέφεται άμεσα εναντίον ανθρώπων, η χρήση του μπορεί να βλάψει αθώους παρευρισκόμενους. Η δικαιολογία της ηλιθιότητας μπορεί να είναι επαρκής για δικονομικά τεχνάσματα όχι όμως για τον λαό. Με τη «λογική» αυτή οποιοσδήποτε μπορεί να πυρπολήσει την ΑΣΟΕΕ (μαζί με τους διαμένοντες αντιεξουσιαστές και λαθρομετανάστες) μια Κυριακή πρωί και να ισχυριστεί στη συνέχεια ότι θεωρούσε πως οι πανεπιστημιακοί χώροι είναι άδειοι το Σαββατοκύριακο.


3ον: οι εργαζόμενοι-θύματα είχαν όλον τον καιρό να απομακρυνθούν. Φταίχτες είναι όσοι τους ανάγκασαν να μείνουν και οι ίδιοι που υπάκουσαν.


Πρόκειται για τερατολόγημα. Αν η πολιτική πράξη (αντάρτικη ή προβοκατόρικη) δεν ξεκίνησε με εγκληματική πρόθεση αλλά κατέληξε στο έγκλημα λόγω αστάθμητων παραγόντων, αυτό δεν αφορά ούτε τα θύματα, ούτε την κοινωνία. Είναι η θεωρία των «παράπλευρων απωλειών» των νομίμων εγκληματιών (ΝΑΤΟ) την οποία οι λαϊκοί αγωνιστές υποτίθεται ότι καταδικάζουν.


Συμπέρασμα:


Κλείστε μάτια και αυτιά σε σοφίσματα, λογικές πλάνες και αυθαιρεσίες που προσπαθούν να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα.

Το έγκλημα είναι έγκλημα. Η κατηγοριοποίηση και ταξινόμησή του είναι για τα βιβλία.

Να μη γελιέται κανείς. Το κίνητρο του Ρουπακιά ήταν το φονικό ένστικτο του ζώου. Το κίνητρο αυτών που τον έβαλαν ήταν η πολιτική ανωμαλία και αστάθεια. Ακριβώς το ίδιο, ακριβώς των ίδιων, που έδωσαν εντολή να καεί η Marfin μαζί με τους ανθρώπους.

Απαιτείστε σεβασμό των αθώων θυμάτων. Όλων και ισότιμα. Οτιδήποτε λιγότερο είναι απαράδεκτο.

το είδα





<<< Θεσμικοί Ρατσιστές



 Η νέα εταιρεία της Λίνας Στουρνάρα και οι νέες µπίζνες µε το ∆ηµόσιο!    >>>


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου